ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΣΟΛΤΖΕΝIΤΣΙΝ
(1918-2008)
 
Ο Ανθρωπος και ο Μηχανισμός
 
Κλεάνθης Γρίβας
 
Σημείωση: Το κείμενο στην αρχική του μορφή γράφτηκε αμέσως μετά την πρώτη έκδοση του έργου του Σολτζενίτσιν «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» στα ελληνικά (Αθήνα, Πάπυρος, 1974). Αλλά το «ιδιαίτερο» πολιτικό κλίμα της εποχής και, εν συνεχεία, της μεταπολίτευσης δεν το καθιστούσε «ευπρόσδεκτο» σε ορισμένα περιοδικά που επέμεναν να ταυτίζουν την προοδευτικότητα με την κομμουνιστική «Αριστερά» και τον μπολσεβικισμό. Δεκατρία χρόνια αργότερα, το κείμενο αυτό, δημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος της «τρίτης διαδρομής» του περιοδικού «Το Τράμ» (Απρίλιος 1987), με ορισμένες μικρές γλωσσικές διορθώσεις.
 
«Ο ρεαλισμός που εννοώ μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και σε πείσμα των ιδεών του συγγραφέα. Επιτρέψτε μου ένα παράδειγμα: Ο Μπαλζάκ που τον θεωρώ δάσκαλο του ρεαλισμού... Απ' αυτόν πληροφορήθηκα πολύ περισσότερα απ' όσα θα μπορούσαν να μου πουν οι ιστορικοί, οι οικονομολόγοι και οι επαγγελματίες στατιστικοί της εποχής. Βέβαια ο Μπαλζάκ από πολιτική άποψη ήταν ένας νομιμόφρων».
Fr. Engels
 
Δυό χρόνια μετά το «αποσταλινοποιητικό» 20ο Συνέδριο του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο εν μια νυκτί μεταμόρφωσε τους ανά τον κόσμο παλαιο-σταλινικούς σε νεο-σταλινικούς, με πρωτοβουλία του Νικήτα Χρουτσόφ δόθηκε στη δημοσιότητα ένα βιβλίο του Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν, μαθηματικού, πρώην εφέδρου αξιωματικού του ρωσικού στρατού στη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, κρατούμενου επί 8 χρόνια στα ρωσικά στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη μεταπλεμική περίοδο και βραβευμένου με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1970.
 
Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν, Μιά μέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς. Μιά από τις χιλιάδες μέρες των εκατομμυρίων Ιβάν-θυμάτων της πιο αδυσώπητης έκφρασης του σύγχρονου ολοκληρωτισμού και ταυτόχρονα ένα πολιτικό χαρτί στα χέρια του Νικήτα Χρουτσόφ και της ηγετικής γραφειοκρατικής ομάδας που ανέλαβε τη διαχείριση του μηχανισμού της εξουσίας μετά τον θάνατο του δεύτερου πρωθιερέα της Στάλιν (κατά κόσμον, Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Τσουχατσβίλι), έμελλε να ξεφύγει από τον έλεγχό τους και να μεταβληθεί σε χιονοστιβάδα ικανή, σε μια προοπτική, να απειλήσει το μηχανισμό και τη λογική της εξουσίας.
 
Μέσα από τις σελίδες του Ιβάν Ντενίσοβιτς ανακάλυπταν τον εαυτό τους και την εποχή τους εκατομμύρια άνθρωποι που βίωσαν στο πετσί τους την τρομακτική και τρομοκρατική εμπειρία της σταθεροποίησης του μπολεσεβικισμού η οποία, μέσα από μια γιγάντια επιχείρηση φενακισμού, προβλήθηκε σε όλο τον κόσμο ως «οικοδόμηση του σοσιαλισμού». Και γρήγορα ο Ιβάν Ντενίσοβιτς πήρε διαστάσεις παγκόσμιου συμβόλου προκαλώντας μια ρωγμή στο μπετόν του ψεύδους της εξουσίας.
Ακολούθησε μια συλλογή διηγημάτων, τα μυθιστορηματικά Πρώτος Κύκλος, Θάλαμος Καρκινοπαθών, Αύγουστος 1914, και αμέσως μετά, το 1973, ένα βιβλίο-σοκ: Το μνημειώδες Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ, η συγκλονιστική εσωτερική ιστορία του αστυνομικού κράτους της ΕΣΣΔ.
 
Τα εκατομμύρια αντίτυπα που διατέθηκαν στις πρώτες βδομάδες της κυκλοφορίας του, το συνειδησιακό σοκ που προκάλεσε στην εν υπνώσει παγκόσμια αριστερά και οι ζυμώσεις που πυροδότησε σε διεθνή κλίμακα, ανάγκασαν τη ρωσική γραφειοκρατία να αντιδράσει με το γνωστό σπασμωδικό τρόπο της εξουσίας που νοιώθει πως απειλείται. Με απόφαση του Ανωτάτου «Σοβιέτ», ο Σολτζενίτσιν συλλαμβάνεται και εκδιώκεται βίαια από τη χώρα του, πράγμα που θα πυροδοτήσει σ' όλο τον κόσμο μια σωρεία αντιδράσεων ενεργητικής συμπαράστασης στον συγγραφέα απέναντι στις οποίες η μπολσεβίκικη εξουσία αντιδρά με το γνωστό, δοκιμασμένο και αποτελεσματικό τρόπο:
 
α) Στο εσωτερικό της Ρωσίας όπου ο Μηχανισμός της εξουσίας ασκεί απόλυτο έλεγχο, εξαπολύεται μια χωρίς αντίλογο λασπολογική εκστρατεία σύμφωνα με όλους τους κανόνες της τέχνης του «κυνηγιού των μαγισσών», ενώ
β) Στο εξωτερικό, μεθοδεύεται η «γνωστή» κινητοποίηση των «διανοουμένων» που ελέγχονται ή επηρρεάζονται από τα κατά τόπους κομμουνιστικά κόμματα τα οποία λειτουργούν ως εργαλεία της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.
 
Ετσι, παράλληλα με την εκστρατεία υπέρ του Σολτζενίσιν, θα αναπτυχθεί και μια εκστρατεία κατά του συγγραφέα η οποία αυτοεξαντλείται σε ύβρεις του γνωστού παλαιο- και νεο-σταλινικού τύπου (άπατρις, προδότης, πράκτορας, αντικομμουνιστής και οι λοιπές κοινότυπες παρεμφερείς αθλιότητες της κομμουνιστικής ξύλινης γλώσσας), οι οποίες αποτελούν τον πασίγνωστο πρόλογο του «σταύρωσον αυτόν» στο πλαίσιο ενός συστήματος που διακηρύσσει προπαγανδιστικά ότι «μέγιστο κεφάλαιό του αποτελεί ο άνθρωπος» (Στάλιν)[1] και ότι πραγματώνει τη ρήση του Ενγκελς διασφαλίζοντας τις συνθήκες εκείνες στις οποίες είναι δυνατή «η ελέυθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός σαν προυπόθεση της ελεύθερης ανάπτυξης όλων».
 
1. Ο άνθρωπος και ο μηχανισμός
 
Ποιός είναι ο κοινωνικός ρόλος του συγγραφέα; Είναι ένα προωθημένο τμήμα της κριτικής συνείδησης; Η λειτουργία του συνίσταται σε μια χωρίς όρους κατάφαση στην εξουσία ή στην ασυμβίβαστη κριτική της; Υπάρχει και δρα ως ανιχνευτής στην υπηρεσία της κοινωνίας ή ως υπάλληλος (του κόμματος ή του κράτους) στην υπηρεσία της εξουσίας;
 
Ερωτήματα αυτού του είδους μπορεί να απασχολούν κάθε ανεξάρτητη σκέψη που διαμορφώνεται μέσα από μια διαδικασία ρήξης με το παρόν και τον οραματισμό ενός άλλου μέλλοντος. Αλλά δεν μπορούν όμως να απασχολούν κανένα «οργανικό διανοούμενο» (κατά τον Γκράμσι) ή κομμισάριο-«διανοούμενο» που η υπαλληλική συνείδησή του διαμορφώνεται σύμφωνα με τα συμφέροντα και της επιταγές του «μείζονος εργοδότη» του.
 
Οι Ρώσοι διαφωνούντες, αρνήθηκαν το αδιέξοδο ολοκληρωτικό παρόν της ρωσικής κοινωνίας που βίωναν και το δυσοίωνο μέλλον που αυτό εγκυμονούσε, διεκδίκησαν το δικαίωμά τους να θέτουν επί τάπητος αυτά τα προβλήματα και να απαντούν σ' αυτά μέσα από το έργο τους και την προσωπική τους στάση, καταβάλλοντας το υψηλό προσωπικό αντίτιμο που συνεπάγεται μια τέτοια διεκδίκηση στο πλαίσιο ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος.
 
Ανάμεσα σ'αυτούς και ο Σολτζενίτσιν, ο οποίος (συμφωνώντας με τους άλλους διαφωνούντες στην άρνηση του αδιέξοδου τρομοκρατικού παρόντος και διαφοροποιούμενος με πολλούς απ' αυτούς σε ότι αφορά τις επιλογές και τους οραματισμούς του μέλλοντος) πλήρωσε ακριβά την εμμονή του σε μια ηθική στάση που δεν του επέτρεπε να συμπαραταχθεί με τον δήμιο, αποδεικνύντας έτσι ότι δεν έχει τίποτα το κοινό με τους ειδικούς του τίποτα «διανοούμενους» απολογητές της εξουσίας.
 
Στα χρόνια που ακολούθησαν το μπολσεβίκικο πραξικόπημα του Οκτωβρίου του 1917, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας επέβαλε την παρουσία του στη σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας, συνθέτοντας το πανόραμα των «απελευθερωτικών κατακτήσεων» ενός καθεστώτος που έθεσε τη ρωσική κοινωνία σε μια κατάσταση διαρκούς τρομοκρατίας:
 
Με τις αιματηρές «εποποιίες» της βίαιης καταστολής εκατοντάδων επαναστατικών κινημάτων του τύπου της Κροστάνδης τα οποία στόχευαν στην ανατροπή της μπολσεβίκικης μονοκομματικής δικτατορίας και την υπεράσπιση της εξουσίας των εργατικών συμβουλίων.
Με την ατομική και μαζική Τρομοκρατία της περιόδου 1920-1940 που σφραγίστηκε από τις σκηνοθετημένες δίκες, τις εκκαθαρίσεις «λογαριασμών» στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κόμματος.
Με τις μαζικές εκκαθαρίσεις ολόκληρων κοινωνικών και πληθυσμιακών κατηγοριών και τα απειράριθμα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου,
Με τις βίαιες στρατιωτικές εισβολές στις αποικιοκρατούμενες χώρες (Ουγγαρια 1956, Τσεχοσλοβακία 1968).
 
Στ' όνομα αυτών ακριβώς των αμετάκλητα και αναίτια χαμένων υπάρξεων που προσφέρθηκαν βορά στις τελετουργικές μαζικές ανθρωποθυσίες της γραφειοκρατικής εξουσίας, ο Σολτζενίτσιν έριξε το βάρος της προσωπικής του μαρτυρίας στη ζυγαριά της ιστορικής κρίσης για την εποχή του, συμπαρατασσόμενος με την ελαχιστότατη μειοψηφία των ελευθερόφρονων ανθρώπων που υπερασπίζονται τη ζωή ως ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο φαινόμενο το οποίο, ως τέτοιο, συνιστά απαραβίαστο δικαίωμα που δεν μπορεί να εξαρτάται από όποιες εξουσιαστικές σκοπιμότητες.
 
2. Βίβλος καθολικής ενοχής
 
To «Μιά μέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς» αποτελεί μια χαμηλόφωνη συγκλονιστική προσωπική μαρτυρία και ταυτόχρονα μια καταγγελία των στρατοπέδων θανάτου, η οποία δεν περιορίζεται σε τόπο και χρόνο. Ενώ, το «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» αποτελεί την πρώτη υπεύθυνη εκ των έσω καταγραφή (που επιχειρήθηκε από τον εκτός της εξουσίας χώρο) της ανείπωτης ιστορικής διαδρομής που ακολούθησε η ανάπτυξη και η επιβολή της ολοκληρωτικής γραφειοκρατικής εξουσίας σε όλη την έκταση της Ρωσίας.
 
Μέσα από τις σελίδες του «Γκουλάγκ»,[2] όπως ετικετάρεται ο απέραντος και πολυεπίπεδος μηχανισμός συμμόρφωσης, καταναγκασμού και τιμωρίας, χιλιάδες αφανισμένες ζωές καταθέτουν ήρεμα και χαμηλόφωνα σα να προσεύχονται στο δικαστήριο της ιστορίας και της συνείδησης μας που βρίσκεται σχεδόν μόνιμα σε κατάσταση ιδεολογικής ύπνωσης.
 
Μια ατέλειωτη σειρά κονιορτοποιημένων οραμάτων που συνθέτουν την τραγική εικόνα της βίαιης διάψευσης των ελπίδων ενός λαού (και ολόκληρης της ανθρωπότητας) που με την Επανάστασή του Φεβρουαρίου του 1917 άνοιξε ένα παράθυρο στο μέλλον, για να διαπιστώσει με το πραξικόπημα του Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου ότι το έφραζε ο σκοτεινός και αμετακίνητος όγκος ενός ανελέητου γραφειοκρατικού μηχανισμού που είχε την ιστορικά πρωτόφαντη δυνατότητα να διαγράφει το παρελθόν, να συγκροτεί το παρόν και να εγκλωβίζει το μέλλον σύμφωνα με τα εκάστοτε συμφέροντά του.
 
Με σημείο εκκίνησης την περίοδο της βασιλείας των Λένιν και Τρότσκι, οι εκκαθαρίσεις ολόκληρων χωριών, οι μαζικές εκτελέσεις για «παραδειγματισμό», οι φρικαλέοι διαγωνισμοί για την επινόηση «καλύτερων μεθόδων» ανακάλυψης και εξόντωσης των διαφωνούντων, τα ανελέητα ανθρωποκυνηγητά, οι μαζικές συλλήψεις και εκτοπίσεις χωρίς την παραμικρή κατηγορία και η αναγωγή της αλληλοκατάδοσης σε κύριο μέσο της βιολογικής επιβίωσης, προδιέγραφαν τη μεταγενέστερη ναζιστική λαίλαπα και αντικαθιστούσαν την ελπιδοφόρα διάζευξη «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» με την ελπιδοκτόνα εξίσωση «μπολσεβικισμός ίσον βαρβαρότητα».
 
Το «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» είναι η βίβλος της καθολικής ενοχής της κοινωνίας απέναντι στην εξουσία.
Είσαι ένοχος γιατί ρωτάς τί και πόσο πρέπει να παράγεις ή γιατί αποφεύγεις να το ρωτήσεις.
Είσαι ένοχος γιατί ζητάς πιο ανθρώπινες συνθήκες ζωής ή πιο αξιοπρεπή μεταχείριση.
Είσαι ένοχος όταν θέλεις να μάθεις γιατί σε συλλαμβάνουν, γιατί σε κατηγορούν, γιατί σ' εξορίζουν ή γιατί σε εκτελούν.
Είσαι ένοχος γιατί δεν ξέρεις πού είναι ο ένοικος του διπλανού σου διαμερίσματος όταν έρχονται να τον συλλάβουν και γιατί ξέρεις που είναι όταν τον έχουν συλλάβει, φυλακίσει, βασανίσει, εξορίσει ή δολοφονήσει.
Είσαι ένοχος όταν λες ότι πεινάς (αντικαθεστωτική προπαγάνδα) και όταν δεν λες ότι πεινάς (κάτι ετοιμάζεις σιωπηλά).
Είσαι ένοχος όταν ζητάς να πληροφορηθείς τα δικαιώματά σου, όπως καθορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία (κάτι έκανες ή κάτι πρόκειται να κάνεις).
Είσαι ένοχος γιατί «είσαι» και γιατί «δεν είσαι». Γιατί «σκέφτεσαι» και γιατί «δεν σκέφτεσαι». Γιατί «κάνεις» και γιατί «δεν κάνεις». Γιατί «εκφράζεσαι» και γιατί «δεν εκφράζεσαι». Γιατί «θέλεις» και γιατί «δεν θέλεις». Και, τελικά, είσαι ένοχος γιατί ζεις.
Ομως πάνω απ' όλα, είσαι ένοχος γιατί δεν κατάλαβες εγκαίρως ότι «κανένας δεν αρπάζει στα χέρια του την εξουσία για να την αφήσει μετά. Η εξουσία δεν είναι μέσο, είναι σκοπός. Δεν γίνεται μια δικτατορία για να διαφυλαχτεί μια επανάσταση, αλλά γίνεται μια επανάσταση για να δημιουργηθεί μια δικτατορία. Το αντικείμενο του διωγμού είναι ο διωγμός, το αντικείμενο των βασανιστηρίων είναι τα βασανιστήρια, το αντικείμενο της εξουσίας είναι η εξουσία».[3]
 
Η αδύναμη και γυμνή αλλά ευπρόσωπη και επώνυμη ατομική ύπαρξη (φορέας της εμπειρίας και των επιλογών της) αντιμέτωπη με τον παντοδύναμο και απρόσωπο καταπιεστικό μηχανισμό, αυτοδιορισμένο κάτοχο, μονοπωλητή και διαχειριστή κάποιων μεταφυσικών και απεριόριστα εύπλαστων «νόμων της ιστορίας» που δικαιώνουν τα εγκλήματά του. «Στον καιρό των ιδεολογιών πρέπει να ρυθμίσουμε τη δράση μας σύμφωνα με το έγκλημα... η ιδεολογία αρνιέται τους άλλους, οι άλλοι είναι μόνο υποκριτές. Και τότε σκοτώνουν. Κάθε αυγή χρυσοστολισμένοι δολοφόνοι γλυστράνε μέσα σ'ένα κελί. Το έγκλημα είναι τό κύριο πρόβλημα». (Οργουελ)[4]
 
Η ατομική ύπαρξη και ο μηχανισμός. Η πιο αποφασιστική σύγκρουση της ιστορίας του είδους, από την οποία θα κριθεί το παν: Η εφιαλτική κοινωνία του Οργουελ από τη μια μεριά και το όραμα μιας αυτόνομης και διαρκώς αυτοπροσδιοριζόμενης κοινωνίας από την άλλη.
 
Η πρώτη, στις γενικές της γραμμές, έχει ήδη οικοδομηθεί: «Αν θέλεις να έχεις μια εικόνα του μελλοντικού κόσμου, φαντάσου μια μπότα να πατάει ένα ανθρώπινο πρόσωπο, για πάντα».[5]
Η δεύτερη αποτελεί ένα αχνοσχηματισμένο όνειρο και ταυτόχρονα ένα επιτακτικό πολιτικό καθήκον που η πραγμάτωσή του συνιστά θεμελιώδη προυπόθεση της επιβίωσης του ανθρώπου και, ως τέτοιο, πρέπει να διεκδικηθεί ενάντια στα συμφέροντα της εξουσίας.
 
Στη σύγκρουση αυτή, ο Σολτζενίτσιν (ανεξάρτητα απ' το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις πολιτικές του επιλογές, που άλλωστε αποτελούν αναφαίρετο δικαίωμά του) τοποθετήθηκε με το έργο του και με την προωσπική του στάση, στο πλευρό του ανθρώπου και εναντίον του μηχανισμού. Και πλήρωσε το βαρύ προσωπικό τίμημα που συνεπάγεται μια τέτοια τοποθέτηση, για ν' αποδειχθεί γι' άλλη μια φορά ότι ο ρεαλισμός «μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και σε πείσμα των ιδεών του συγγραφέα». (Ενγκελς)[6]
 
Γιατί, σε πείσμα ίσως των πολιτικών ιδεών του Σολτζενίτσιν, το έργο του αποτελεί μια πολύτιμη συμβολή στην ενίσχυση του Μεγάλου Ισως... «Ισως να μπορεί ακόμη να αποφευχθεί η καταστροφή. Το Ισως αυτό αποτελούν όλοι εκείνοι που αντιστέκονται στο Μηχανισμό. Δεν υπάρχει καμμιά μοίρα. Υπάρχει μόνο δυνατότητα εκλογής : ή το ένα ή το άλλο. Το Μεγάλο Ισως».[7]
3. Εναντίον του μηχανισμού
 
Οι πρώτες αντιδράσεις στην υπόθεση Σολτζενίτσιν (ή ορθότερα, στην υπόθεση «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ») εκδηλώθηκαν από εκείνους που, λόγω των πολιτικών ή των πολιτιστικών τους δεσμεύσεων, δεν ήταν εύκολο να μη δημοσιοποιήσουν τις ανησυχίες τους.
 
Από την εποχή του «Ιβάν Ντενίσοβιτς» η Ελσα Τριολέ, ηγετικό στέλεχος του Κ.Κ. Γαλλίας και σύζυγος του γνωστού κομμουνιστή λογοτέχνη Λουί Αραγκόν, αποδύεται σε μια έντονη δραστηριότητα για την προβολή του έργου του Σολτζενίτσιν στο γαλλόφωνο κόσμο, συμμετέχοντας ενεργά σε όλες τις φάσεις της διαδικασίας για την έκδοση της γαλλικής μετάφρασης του «Ιβάν» (σύμφωνα με τη μαρτυρία του κομμουνιστή ηγέτη Πιέρ Ντέ, μέλους του πολιτικού γραφείου του ΚΚΓ). Παρεμφερής είναι και η στάση του Λουί Αραγκόν. «Είναι μεγάλος συγγραφέας» αποφαίνονται κι οι δυό.
Ο Ερνστ Φίσερ διακηρύσσει ότι ο Σολτζενίτσιν αποτελεί διακεκριμένο στοιχείο «του μεγάλου 'Ισως, του 'Ισως της ελπίδας», ενώ ο Ροζέ Γκαροντί, τότε διαπιστευμένος «φιλόσοφος» του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, θα εξάρει το ταλέντο, το θάρρος και το ψυχικό σθένος του συγγραφέα του «Ιβάν» σε κάθε αναφορά του στο σταλινικό ολοκληρωτισμό στο χώρο της κουλτούρας.[8]
 
Το παράδειγμα των Τριολέ, Αραγκόν, Φίσερ και Γκαροντί θα ακολουθήσουν οι πιό γνωστοί κομμουνιστές διανοούμενοι του δυτικού κόσμου, με κορυφαίο ανάμεσά τους τον Γκεόργκ Λούκατς που θα χαρακτηρίσει τον Σολτζενίτσιν «απευθείας κληρονόμο της μεγάλης λογοτεχνίας του Τολστόι και του Ντοστογιέβσκι», ως συμπέρασμα μιας πολυσέλιδης ανάλυσης που αφιερώνει στο έργο του.[9]
 
Μετά απ' αυτά είναι μάλλον περιττή κάθε αναφορά στη γνωστή κινητοποίηση των μη-μαρξιστών διανοουμένων της δύσης (που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη σωτηρία του Σολτζενίτσιν) η οποία ήταν δεδομένη. Εχει όμως ιδιαίτερη σημασία η αναφορά στην αντίδραση των ανθρώπων που ζουν τη δική τους εσωτερική εξορία «εντός των τειχών» του Μηχανισμού και βρίσκονται στο απόλυτο έλεός του:
 
«Τοποθετούμαστε ολόπλευρα στο πλευρό του Σολτζενίτσιν και ζητάμε να σχηματισθεί Διεθνής Εξεταστική Επιτροπή για να διερευνηθούν τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη χώρα μας σε βάρος του λαού, απ'το 1917 μέχρι σήμερα», αναφέρεται σε δήλωση Ρώσων διανοουμένων που ανακοινώθηκε τηλεφωνικά από τον Αντρέι Ζαχάροφ σε δημοσιογράφους της σουηδικής τηλεόρασης, την επομένη της απέλασης του Σολτζενίτσιν από την πατρίδα του.
 
Κι όλα αυτά για ένα «μετριότατο τρίτης κατηγορίας συγγραφέα», όπως χαρακτηρίζεται ο Σολτζενίστιν από την κουστωδία των ατάλαντων σταλινικών «διανοουμένων» που κατασκευάζονται σωρηδόν από τον κομματικό μηχανισμό, για να καλύψουν τις λειτουργικές του ανάγκες. Ομως ατυχώς για όλους αυτούς, έχει προηγηθεί κάποιος επίσης «μετριότατος τρίτης κατηγορίας» στοχαστής σαν τον Γκεόργκ Λούκατς που με την πολυσέλιδη μελέτη του για τον συγγραφέα του «Ιβάν» οδηγήθηκε στο (δυσκολα αντικρούσιμο) συμπέρασμα ότι «η κρίση των αντιπάλων του Σολτζενίτσιν έχει δυσφημιστικό χαρακτήρα».[10]
 
Ο χώρος των «αντίπαλων του Σολτζενίτσιν», όπου συνωστίζονται οι κάθε είδους απολογητές των «χρυσοστολισμένων δολοφόνων που γλυστράνε κάθε αυγή σ' ένα κελί»,[11] συγκροτείται από ένα ετερόκλιτο πλήθος «διανοουμένων» που είτε κατασκευάζονται και επιβάλλονται ως τέτοιοι από τον μηχανισμό της εξουσίας με τον οποίο συνδέονται με μια τυπικά υπαλληλική σχέση, είτε κινούνται με βάση τις συναισθηματικές εμπλοκές τους με τον μύθο των «τεσσάρων λέξεων που περιέχουν τέσσερα ψέμματα : Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών».[12]
 
Δυό ευάρριθμες κατηγορίες ανθρώπων που, συνασπισμένοι σε ένα θλιβερό σύνολο, αυτοκαταναλώνονται σε μια λασπολογία, γνωρίζοντας οι μέν και επιμένοντας να αγνοούν οι δε ότι κάθε τέτοια λασπολογική εκστρατεία εξαργυρώνεται στην πράξη με την ηθική σπίλωση, το διανοητικό θάνατο ή τη φυσική εξόντωση εκείνων στους οποίους αναφέρεται όντας ένοχοι γιατί επιμένουν να μην σκέφτονται σύμφωνα με τις επιταγές της εξουσίας.
 
Ποιά θάταν η θέση του Σολτζενίτσιν (και κάθε διαφωνούντος) αν δέχονταν να παίξει το ρόλο του «συγγραφέα»-κομματικού υπάλληλου που γράφει σύμφωνα με «το πνεύμα και τις αποφάσεις» του εκάστοτε κομματικού συνεδρίου; Σίγουρα θα ανακηρυσσόταν «μεγαλύτερος του Ερεμπουργκ και του Σολόχοφ και ισάξιος του Γκόργκι», όπως η ατέλειωτη σειρά των Οστρόφσκι, Φαντέγιεφ, Τριχόνοφ, Αξάεφ, Πολεβόι και των άλλων ασήμαντων εκφραστών του ζντανοφισμού στο χώρο της λογοτεχνίας.
 
Το έργο του Σολτζενίτσιν, επειδή ακριβώς είναι προιόν μιας γνήσιας προσωπικής αγωνίας για την μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης εκτός και εναντίον των επιταγών της εξουσίας, πέρα από τη συμβολή του στη διερεύνηση της ιστορικής αλήθειας ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, αποτελεί και μια ιδιαίτερα πολύτιμη συνεισφορά στον αγώνα όλων εκείνων που εξακολουθούν να προβάλλουν κάποια αντίσταση στη «Μεγάλη Νύχτα» της ολοκληρωτικής κυριαρχίας του Μηχανισμού και να πυροδοτούν το «μεγάλο Ισως, το Ισως της ελπίδας» ότι είναι πιθανόν στην κρίσιμη στιγμή «να προτιμήσουμε να ακούσουμε τη συμβουλή του διανοούμενου και όχι τη μπουρδολογία του δαιμονισμένου» της εξουσίας.[13]
 
Κλεάνθης Γρίβας
 
Υ.Γ. Καταδικάζοντας απερίφραστα τους Νατοϊκούς βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία, ο Σολτζενίτσιν δήλωσε ότι «δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ του ΝΑΤΟ και του Χίτλερ».
 
 
[1] Ι.Β. Στάλιν, Ζητήματα Λενινισμού (εκδ. Κεντρ. Επιτροπής του ΚΚΕ, 1950).
[2] GULAG: Αρχικά της «Κεντρικής Διεύθυνσης Στρατοπέδων» που έλεγχε το δίκτυο των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου σε όλη την έκταση της ΕΣΣΔ.
[3] Τζ. Οργουελ, 1984 (Διεθνή Βιβλία, Αθήνα,1970).
[4] Αλ. Καμύ, Ο Επαναστατημένος Ανθρωπος (Μπουκουμάνης, Αθήνα, 1971).
[5] Τζ. Οργουελ, ο.π.
[6] Φρ. Ενγκελς, «Γράμματα στη Μ. Χάρκνες», Απρίλιος 1888.
[7] Eρνστ Φίσερ, Τέχνη και Ανθρωπισμός (Ηριδανός, Αθήνα.χχ)
[8] (Γκ. Λούκατς, Σολτζενίτσιν, Χάινε, Πρωτοποριακοί (Διογένης, Aθήνα, 1971).
[9] Γκ. Λούκατς, Σολτζενίτσιν, Χάινε, Πρωτοποριακοί (Διογένης, Aθήνα, 1971).
[10] Γκ. Λούκατς, ο.π.
[11] Αλ. Καμύ, ο.π.
[12] Κ. Καστοριάδης
[13] Ε. Φίσερ, ο.π.
thessaloniki.png