Κλεάνθης Γρίβας 

ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΣΜΟΣ: ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ

Τη σκέψη σας που νείρεται

πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας ….

εγώ θα την τσιγκλάω ….

φαρμακερός κι αγροίκος πάντα

ως να χορτάσω χλευασμό.

 Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

Σύννεφο με παντελόνια

Με την κατάρρευση του μπολσεβικισμού, η ιστορία πήρε την εκδίκησή της και από τον τρίτο από τους ολοκληρωτισμούς που την εκπόρνευσαν στη διάρκεια του 20ου αιώνα. 

Αλλά, από μια τραγική συγκυρία, οι τέως κομματικοί παλαιο-μαφιόζοι μεταλλάχθηκαν σε νεο-μαφιόζους, και μεταμορφώθηκαν εν μια νυκτί σε νέα κυρίαρχη τάξη, χάρη στις εξελίξεις που δρομολογήθηκαν από μια ατέλειωτη στρατιά τέως κομμουνιστών (ξεκινώντας από τον «μοιραίο» Γκορμπατσόφ και καταλήγοντας στον αλκοολικό Μπορίς Γιέλτσιν). 

Πρώτο χρέος των θυμάτων του ολοκληρωτισμού είναι να καθιστούν σαφές το τι είναι ο ολοκληρωτισμός και έσχατη υποχρέωση των υποστηρικτών του είναι η συγγνώμη και η σιωπή (εάν, φυσικά, μπορούν να νοιώσουν ντροπή ή ενοχή για τη συμμετοχή τους στην οικοδόμηση και τη στήριξη των -όπου γης- αποτρόπαιων, εγκληματικών και ανθρωποβόρων καθεστώτων που ματώνουν την ιστορία του ανθρώπινου είδους). 

Η ιστορία του ολοκληρωτισμού, ανεξαρτήτως χρώματος, είναι η ιστορία της αλληλοδιαδοχής των πυρών της Ιερής Εξέτασης, των Άουσβιτς και των Γκουλάγκ που στήνονται από επιτήδειες και ανενδοίαστες μαφίες στο όνομα της υπεράσπισης της μόνης «αληθινής πίστης» σε κάποιους ανύπαρκτους «μόνους αληθινούς νόμους» του θεού, της φυλής ή της ιστορίας, που τους κατέχουν και τους διαχειρίζονται μονοπωλιακά οι επίλεκτοι απαράτσικ της Εκκλησίας, του Ναζισμού και του Κομμουνισμού, κραδαίνοντας το σταυρό, τη σβάστικα ή το σφυροδρέπανο. 

Αλλά όταν ανατρέπεται ο μηχανισμός και κονιορτοποιείται η μυθολογία του, οι «διανοούμενοι» υπηρέτες του ιερατείου του μάταια πασχίζουν να περισώσουν κάποια ψήγματα από τον πυρήνα της θλιβερής τους ύπαρξης, κάνοντας ένα «ποιοτικό άλμα» από τα αηδιαστικά ουρανομήκη Gloria προς τον εκάστοτε πατερούλη-αφέντη τους στα εμετικά κακότεχνα «κριτικά» Requiem, σύμφωνα με όλους τους αρμονικούς και αντιστικτικούς κανόνες της μονότονης και κουραστικά επαναλαμβανόμενης «συμφωνίας» της έσχατης αθλιότητας και της αναξιοπρέπειας των υμνωδών του ολοκληρωτισμού.  

1. Μονοκομματικό κράτος και Τρομοκρατία 

Στις 25 Οκτωβρίου 1917 (7 Νοεμβρίου 1917), οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν πραξικοπηματικά την εξουσία και σχημάτισαν αμιγώς μπολσεβίκικη «προσωρινή» κυβέρνηση με πρόεδρο τον Λένιν, υπουργό εξωτερικών τον Τρότσκι και υπουργό εθνοτήτων τον Στάλιν, παρά το γεγονός ότι αποτελούσαν μια ασήμαντη μειοψηφία σε σχέση με τα άλλα κόμματα που λειτουργούσαν στο πολιτικό περιβάλλον που διαμόρφωσε η Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917. 

Ο χαρακτηρισμός της κυβέρνησης των μπολσεβίκων ως «προσωρινής», συνιστούσε ένα τακτικό ελιγμό που απέβλεπε στην αποδυνάμωση των αντιδράσεων των πολιτικών τους αντιπάλων: Οι κομμουνιστές θα απαλείψουν τον όρο «προσωρινή» από κάθε επίσημη ή ανεπίσημη αναφορά στην κυβέρνησή τους, ευθύς μόλις σταθεροποιηθούν στην εξουσία με την τρομοκρατία.  

Στις 11 Νοεμβρίου 1917, οι διογκούμενες αντιδράσεις των άλλων κομμάτων στο πραξικόπημα των μπολσεβίκων, εξανάγκασαν τον Λένιν να προτείνει «διεύρυνση της κυβέρνησης με συμμετοχή των Εσέρων και των Μενσεβίκων» (δηλαδή, τη «διεύρυνση» της κυβέρνησης ενός μειοψηφούντος κόμματος με τη με τη «συμμετοχή» των κομμάτων που έχουν την εμπιστοσύνη της συντριπτικής πλειοψηφίας των εκλογέων), αποσαφηνίζοντας έτσι την απόφαση των μπολσεβίκων να μονοπωλήσουν την εξουσία και να εκμηδενίσουν με κάθε δυνατό τρόπο όλους τους πολιτικούς τους αντιπάλους.  

Στις αντιδράσεις των άλλων πολιτικών δυνάμεων στα δικτατορικά σχέδια του Λένιν, προστίθενται και οι αντιθέσεις που αναφύονται στο εσωτερικό του μηχανισμού της νεότευκτης εξουσίας: Στις 4 (14) Δεκεμβρίου 1917, τέσσερις κομμουνιστές υπουργοί (Ναγκίν, Ρίκοφ, Μιλιούπιν και Θεοδώροβιτς) υποβάλλουν την παραίτησή τους στην οποία σημειώνουν ότι:  

«Η σοσιαλιστική κυβέρνηση είναι απαραίτητο να σχηματισθεί με τη συμμετοχή όλων των σοβιετικών κομμάτων... Θεωρούμε πως εκτός απ' αυτό το δρόμο, δεν υπάρχει παρά μια μονάχα διέξοδος: η διατήρηση μιάς κυβέρνησης καθαρά μπολσεβίκικης με μέσο την πολιτική τρομοκρατία. Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται το Σόβιετ των Επιτρόπων του Λαού. Δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να τους ακολουθήσουμε. Έχουμε επίγνωση ότι αυτό οδηγεί στην εγκαθίδρυση ενός ανεύθυνου κράτους και στη συντριβή της επανάστασης και της χώρας». [Οι μπολσεβίκοι στην Οκτωβριανή Επανάσταση, Αθήνα, Εξάντας, 1975] 

Στις 12 (25) Νοεμβρίου 1917 διενεργήθηκαν εκλογές για Συντακτική Συνέλευση: 36.000.000 εκλογείς ανέδειξαν 707 αντιπροσώπους, και κονιορτοποίησαν το μύθο της κομμουνιστικής προπαγάνδας ότι δήθεν το μπολσεβίκικο κόμμα «υποστηριζόταν από την πλειοψηφία του λαού». Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που ανακοίνωσαν οι Μπολσεβίκοι, τα αντιμπολσεβίκικα κόμματα συγκέντρωσαν το 75% των ψήφων και οι κομμουνιστές μόνο το 25%

Κόμματα

%

Εδρες

Σοσιαλεπαναστάτες (Εσέροι) 21 εκατ. ψήφοι

58

410

Σοσιαλδημοκράτες (Μενσεβίκοι)

4

16

Συνταγματικοί Δημοκράτες (Καντέ)

5

17

άλλοι αντιμπολσεβίκικοι πολιτικοί σχηματισμοί

12

84

Κομμουνιστές (Μπολσεβίκοι)

25

175

(Η άθροιση των ποσοστών δίνει 102%. Προφανώς, οι μπολσεβίκοι δεν είχαν ακόμη ασκηθεί στην εκλογική μαγειρική) 

Αντιμέτωπος με την πλήρη άρνηση του εκλογικού σώματος να επικυρώσει τη δικτατορία του, ο Λένιν (που δεν ήταν διατεθειμένος να παραχωρήσει την εξουσία που μόλις πριν λίγο κατέλαβε πραξικοπηματικά) επιχείρησε ένα δεύτερο πραξικόπημα, μια αντεπανάσταση μέσα στην αντεπανάστασή του:  

Θέτει εκτός νόμου το κόμμα των Συνταγματικών Δημοκρατών (Καντέ) και εξαπολύει ένα πρωτοφανές κύμα συλλήψεων των μελών και των στελεχών του, που όμοιό του δεν είχε επιχειρηθεί ποτέ από το προηγούμενο τσαρικό καθεστώς. 

Καταργεί την ελευθεροτυπία για όλα τα κόμματα πλην του δικού του.

Διαλύει τη Συντακτική Συνέλευση

Καταγγέλλει τις αστικές ελευθερίες ως «τυπικές» και τον κοινοβουλευτικό θεσμό ως «απάτη», και ανοίγει έτσι το δρόμο για την εγκαθίδρυση του μονοκομματικού του κράτους.  

Κι όλα αυτά, σε απόλυτη συνέπεια με τις διακηρυγμένες απόψεις του ότι «ο κοινοβουλευτισμός πνίγει την αυτόνομη πολιτική ζωή των μαζών» [Λένιν: Τα καθήκοντα του προλεταριάτου, 1917] γιατί «μοναδικός σκοπός του κοινοβουλίου είναι η εξαπάτηση του λαού». [Λένιν: Κράτος και επανάσταση, 1917] 

Σύμφωνα με τη εξουσιοφρενική λογική του Λενινισμού, τα πράγματα είναι υπέρ του δέοντος απλά, πέρα από τις όποιες ψευτοθεωρητικές ανησυχίες των κομμουνιστών «διανοουμένων» περί ταξικής πάλης, ταξικής συνείδησης, ταξικής πρωτοπορίας, κλπ. Ο Λένιν τα αντιπαρέρχεται όλα αυτά με περιφρόνηση, αποφαινόμενος ότι:  

«Mετά την επανάσταση του 1905, 130.000 μεγαλογαιοκτήμονες κυβερνούσαν τη Ρωσία. Γιατί τάχα 240.000 μπολσεβίκοι δεν μπορούν να κυβερνήσουν για τα συμφέροντα των φτωχών;». [Λένιν: Θα κρατήσουν οι μπολσεβίκοι την εξουσία;, 1917] 

Έτσι, με βάση τη διαλεκτική της ολοκληρωτικής παράνοιας, η οργάνωση της κοινωνίας ανάγεται σε ζήτημα απλής αριθμητικής: Εάν οι 130.000 μπορούσαν, για ποιο λόγο δεν μπορούν οι 240.000; Για έναν «ρεαλιστή» κομμουνιστή ηγέτη δεν έχει καμιά σημασία το «πώς». Η δικαιολόγησή του αφήνεται στον εσμό των διανοούμενων-κομματικών υπαλλήλων που δουλειά τους είναι η παραγωγή νεφελωδών απολογητικών ιδεολογημάτων.  

Στις 20 Δεκεμβρίου 1917, ο Λένιν και οι συνεργάτες του συγκροτούν το σημαντικότερο αντιστήριγμα της δικτατορίας τους: Ανακοινώνουν την ίδρυση της πολιτικής αστυνομίας τους, της διαβόητης Τσε-Κα (Έκτακτη Πανρωσική Επιτροπή Προστασίας της Επανάστασης κατά της Αντεπανάστασης και της Υπονόμευσης), και αναθέτουν την οργάνωσή της στον περιβόητο Φελίξ Ντερζίνσκι, αδίστακτο θιασώτη της «κομματικής βιομηχανίας» του εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Προάγγελος της Γκεστάπο, η Τσε-Κα έμελλε να αποδειχθεί το πιο αποτελεσματικό από τα πολιτικά εργαλεία του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού.  

Προορισμένη να χρησιμοποιηθεί ως «τιμωρό ξίφος της επανάστασης», η Τσε-Κα αναγορεύθηκε ευθύς εξαρχής σε θεσμό απονομής μιας απεριόριστα αυθαίρετης «εξωδικαστικής δικαιοσύνης», στόν οποίο ανατέθηκε «η παρακολούθηση, η σύλληψη, η ανάκριση, η δίκη, η καταδίκη και η εκτέλεση» οποιουδήποτε πολίτη, χωρίς τους περιορισμούς και τις εγγυήσεις της δικαστικής διαδικασίας (που είχε θεσπιστεί και ήταν σεβαστή από το προηγούμενο τσαρικό καθεστώς), σύμφωνα μόνο με τα εκάστοτε συμφέροντα και τις σκοπιμότητες του μπολσεβίκικου κόμματος που διακατείχε μονοπωλιακά την εξουσία.  

Η πολιτική αστυνομία (που μετονομάζεται αλληλοδιαδόχως σε Τσε-Κα, GPU, NKVD, KGB) δεν ήταν μόνο το κυριότερο στήριγμα της κομμουνιστικής δικτατορίας. Ήταν, επιπλέον και ο μεγαλύτερος επιχειρηματίας αυτού του καθεστώτος, από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου και μετά.  

Όπως προκύπτει από επίσημες πηγές, το 1941, η πολιτική αστυνομία του κομμουνιστικού καθεστώτος διαχειριζόταν:

(α) το απέραντο δίκτυο των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου που λειτουργούσε υπό τον έλεγχο της υπηρεσίας GULAG (Κεντρική Διεύθυνση Στρατοπέδων), ένα συνεχώς ανανεούμενο και άνευ κόστους, ανθρώπινο δυναμικό που ξεπερνούσε τους 20 εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι ήταν έγκλειστοι στα στρατόπεδα, και

(β) το 14% του κεφαλαίου που επενδυόταν στην σοβιετική Ρωσία.  

Στην περίοδο 1918-1921, κατά την οποία η χώρα αντιμετώπισε ένα διετή εμφύλιο πόλεμο, οι μπολσεβίκοι, παραβιάζοντας βάναυσα κάθε συνταγματική δέσμευση, επέβαλαν το μονοπώλιό της στην πολιτική σκηνή, θέτοντας εκτός νόμου τους Σοσιαλεπαναστάτες (Εσέρους), τους Μενσεβίκους, τους Αναρχικούς και κάθε πολιτικό σχηματισμό που θα μπορούσε να τους εναντιωθεί. 

Το 1921 ήταν μια πολύ κρίσιμη χρονιά για το μπολσεβίκικο ολοκληρωτισμό, που σφραγίστηκε από δύο σημαντικά γεγονότα. Στις αρχές αυτού του χρόνου: 

Εκδηλώθηκε η τελευταία από τις γνωστές μαζικές αντιστάσεις των Ρώσων εργαζομένων στο καθεστώς των Μπολσεβίκων και, συγχρόνως,

Συνήλθε το 10ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος στο οποίο διαμορφώθηκε, επικυρώθηκε και θεσμοποιήθηκε ο ειδικός λενινιστικός τρόπος άσκησης της εξουσίας που αργότερα θα πολιτογραφηθεί ως «σταλινισμός». 

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Συνεδρίου, ο Στάλιν, ο πλέον αυθεντικός και συνεπής εκφραστής της λενινισμού στις τρείς δεκαετίες που θ' ακολουθήσουν, έπαιξε έναν εντελώς δευτερεύοντα ρόλο σ' αυτό: Ολες οι αποφάσεις του 10ου Συνεδρίου που εγκαθίδρυσαν το πλέγμα των θεσμών οι οποίοι συνθέτουν αυτό που, εν συνεχεία, αποκλήθηκε σταλινισμός, προτάθηκαν ή ψηφίστηκαν από τον Λένιν και τον Τρότσκι. 

Στις 23-28 Φεβρουαρίου 1921, στην Πετρούπολη (όπου, σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, οι πραγματικοί μισθοί των εργατών είχαν μειωθεί στα 8,9% των μισθών του 1913) ξέσπασαν μαζικές απεργίες, τις οποίες οι κομμουνιστές προσπάθησαν να καταστείλουν κηρύσσοντας την πόλη σε «κατάσταση πολιορκίας». 

Στις 7-18 Μαρτίου 1921, εκδηλώθηκε εξέγερση των ναυτών και των εργατών της Κροστάνδης, το τελευταίο «φωτεινό διάλλειμμα» ενός ετοιμοθάνατου κοινωνικού οργανισμού, που οι μπολσεβίκοι μετέτρεψαν σε επιθανάτιο ρόγχο με τη δύναμη των όπλων και της τρομοκρατίας. 

Από μιά τραγική ειρωνεία, κατά το γιορτασμό της 50ης επετείου της Παρισινής Κομμούνας (1871), οι πραιτωριανοί της Τσε-Κα και των τμημάτων του «Κόκκινου Στρατού» που είναι πιστά στο καθεστώς, καθοδηγούμενοι από εκείνους που αυτοπροβάλλονται ως «κληρονόμοι της Κομμούνας», αποδύθηκαν σε μιά θηριώδη καταστολή της εξέγερσης της Κροστάνδης, στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής επιχείρησης που αποφασίστηκε και σχεδιάστηκε από τον Λένιν, καλύφθηκε πολιτικά από τον Τρότσκι και διευθύνθηκε από τον Τουχατσέφκι. Απ’ αυτούς: 

O Νικολάι Λένιν (κατά κόσμον, Βλαντιμίρ Ιλιτς Ουλιάνοφ) θα καταλήξει τον Ιανουάριο 1924 από εγκεφαλικό, ενώ βρίσκεται σε καθεστώς επιτήρησης από τον Στάλιν.

O στρατάρχης Τουχατσέφσκι, αρχηγός του ρωσικού επιτελείου στρατού θα εκτελεστεί από τον Στάλιν το 1937 ως «συνεργάτης των Γερμανών». Μέσα σε λίγους μήνες, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν ως «συνεργάτες των Γερμανών» 3 από τους 5 στρατάρχες του ρωσικού στρατού, 13 από τους 15 αρχηγούς στρατιάς, 57 από τους 85 διοικητές σωμάτων στρατού, 110 από τους 195 στρατηγούς μονάδων και χιλιάδες κατώτεροι αξιωματικοί. [Ζαν Ελλενστάιν: Η ιστορία του σταλινικού φαινομένου, Αθήνα, Θεμέλιο 1976]

• Ο Λεον Τρότσκι (κατά κόσμο Λέβ Νταβιντοβιτς Μπρονσταιν) θα δολοφονηθεί στις 21-8-1940 στο Μεξικό, από τον πράκτορα της NKVD (KGB) Ραμόν Μερκαντέρ που του συνέτριψε το κεφάλι μ’ ένα τσεκούρι (ο δολοφόνος θα αμειφθεί από τους σοβιετικούς εργοδότες του με το παράσημο του «ήρωα της σοσιαλιστικής εργασίας» και ισόβια σύνταξη). 

Η εξέγερση των εργαζόμενων κατά της κομμουνιστικής δικτατορίας και οι εργασίες του 10ου Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας σηματοδότησαν την ενηλικίωση του μπολσεβικισμού ως ειδικού τρόπου άσκησης της εξουσίας, με την ολοκληρωτική υποδούλωση της κοινωνίας σε μια μονοκομματική, μονολιθική και απεριόριστα ανεξέλεγκτη και αυθαίρετη κρατική εξουσία, ο οποίος κακώς αποδόθηκε αργότερα ως σταλινισμός 

Γιατί, εάν με τον όρο «σταλινισμός» υποδηλώνεται η θεωρία και η πρακτική μας γραφειοκρατίας που πραγματοποίησε την πιο τρομακτική συγκέντρωση, την πιο τρομοκρατική διαχείριση και το πιο ολοκληρωτικό μονοπώλιο της εξουσίας στη γνωστή ιστορία του ανθρώπινου είδους, τότε είναι ολοφάνερο ότι αυτός ο «σταλινισμός» αποτελεί την πεμπτουσία του κομμουνισμού και είναι συνώνυμος του Λενινισμού από θεωρητική και πρακτική, ιδεολογική και οργανωτική, πολιτική και ιστορική άποψη. Κι όπως είναι ευνόητο, αυτός ο «σταλινισμός» δεν δημιουργήθηκε από τον Στάλιν: Η θεωρητική, οργανωτική και πολιτική πατρότητά του ανήκει στον Λένιν και βασικό εκτελεστικό του όργανο ήταν ο Τρότσκι, πολύ πριν τον επωμισθεί ο «πατερούλης των λαών» Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Τσουχατβίλι (Στάλιν).  

Το 1922 συνήλθε το 11ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας στο οποίο, πρωτοστατούντος του Λένιν καταψηφίζεται (με ψήφους 223 κατά και 89 υπέρ) η πρόταση να καταργηθούν οι διαβόητες Επιτροπές Ελέγχου (δηλαδή, οι επιτροπές εσωκομματικού χαφιεδισμού, αστυνόμευσης και φακελώματος). 

• Στις 3 Απριλίου 1922, ο Στάλιν διορίζεται γενικός γραμματέας του κόμματος, με σύμφωνη γνώμη του Λένιν.

• Τον Μάιο 1922, με πρωτοβουλία του Λένιν και πάλι, θεσπίζεται ένας ιδιότυπος τρομοκρατικός Ποινικός Κώδικας που αντιμετωπίζει την απεργία και την παραβίαση των κανόνων της εργατικής πειθαρχίας ως σοβαρότατα ποινικά αδικήματα, και καθιερώνει βαρύτατες ποινές για την κλοπή εμπορευμάτων. 

Ο Στάλιν ακολουθώντας το δρόμο του προκατόχου του, μεταξύ 1930 και 1932 απλώς θα αναθεωρήσει επί το αυστηρότερο τις προβλεπόμενες σχετικές κυρώσεις: 

Θεσπίζει την ποινή του θανάτου για το αδίκημα της κλοπής εμπορευμάτων.

Αναγορεύει την απεργία σε «έγκλημα εσχάτης προδοσίας» που τιμωρείται με θάνατο (7 Αυγούστου 1932).

Καθιερώνει ποινές από 10 χρόνια μέχρι θάνατο για τις παραβιάσεις των κανόνων της εργασιακής πειθαρχίας.  

Στη συνέχεια, θα ολοκληρώσει την πλήρη καθυπόταξη των εργαζομένων στη θέληση της κυρίαρχης γραφειοκρατίας, με μια σειρά από διοικητικά μέτρα, όπως: 

Η κατάργηση των επιδομάτων ανεργίας (23.9.1930).

Η απόλυση του εργαζόμενου για απουσία μιας μέρας από την εργασία του, πράγμα που συνεπάγεται απώλεια της κατοικίας και των δελτίων τροφίμων (Νοέμβριος 1932).

• Η κατάργηση του δικαιώματος αλλαγής δουλειάς (Δεκέμβριος 1930).

Η καθιέρωση του εσωτερικού διαβατηρίου (Νοέμβριος 1932), κ.α. 

Αλλά, παρά την τρομοκρατία, εκδηλώνεται ενεργητική αντίσταση εναντίον της κομμουνιστικής δικτατορίας και «μεταξύ των ετών 1922 και 1923, 150.000 εργαζόμενοι συμμετέχουν σε 500 απεργίες με αποτέλεσμα την απώλεια 322.000 εργάσιμων ημερών». [M. Dobb: Soviet Economic Development Since 1917. London, Routledge & Kegan Paul, 1972] 

Το 1923 (12ο Συνέδριο ΚΚΡ), σ' εφαρμογή της διακήρυξης του Λένιν ότι «τα σόβιετ είναι απλά μέσα εξυπηρέτησης των σκοπών του κόμματος», τα Συνδικάτα καθιερώνονται οριστικά ως απλοί ιμάντες μεταβίβασης των διαταγών του κομματικού κέντρου στους εργάτες. Αυτό είναι απολύτως φυσικό για ένα καθεστώς που οργάνωσε και επέβαλε την αγριότερη εκμετάλλευση που γνώρισε η εργατική τάξη στην ιστορία της: 

Μεταξύ 1917 και 1924, επί της βασιλείας του Λένιν, και ενώ η χώρα μαστίζεται από την υποπαραγωγικότητα και την ανέχεια, το παρασιτικό στρώμα των κρατικών υπαλλήλων αυξάνεται από 1 εκατομμύριο το 1917 σε 2,7 εκατομμύρια το 1924 (ποσοστό αύξησης 170%) έναντι 1,6 εκατομμυρίων βιομηχανικών εργατών.

 

• Την ίδια περίοδο ο αριθμός των προνομιούχων, μελών του «κόμματος της εργατικής τάξης» αυξάνεται από 23.000 το Φεβρουάριο του 1917 σε 485.000 το 1924 (δηλαδή, αυξάνεται κατά 2.280% μέσα σε 7 χρόνια). Απ' αυτούς περίπου 40% είναι υπάλληλοι και 30% αγρότες. 

Σίγουρα κανείς δεν μπορεί να ψέξει τον Λένιν ότι απέκρυψε τους σκοπούς του.  

● Το 1902 επέμενε ότι «το Κόμμα είναι ένα τεράστιο εργοστάσιο μ' επικεφαλής έναν διευθυντή, την Κεντρική Επιτροπή... Χάρη σ' αυτή τη σχολή του εργοστασίου, η πειθαρχία και η οργάνωση είναι αφομοιώσιμη πολύ πιο εύκολα από το προλεταριάτο παρά από τους διανοούμενους». [Λένιν: Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω, 1904] και 

● Το 1917, στις παραμονές του Οκτωβριανού Πραξικοπήματος, επαναβεβαίωνε τη μονομανιακή εμμονή του στο «εργοστασιακό μοντέλο» και σκιαγραφούσε συνοπτικά, περιεκτικά και με σαφήνεια την κοινωνία που οραματιζόταν, διακηρύσσοντας ότι «η κοινωνία του μέλλοντος θα είναι ένα γραφείο και ένα εργοστάσιο». [Λένιν: Κράτος και Επανάσταση, 1917] 

2. Το Λενινιστικό Γκουλάγκ 

Το ίδιο ραγδαία με την υπαλληλοποίηση αναπτύσσεται και η γκουλακοποίηση: Πολύ πιο μεθοδικοί και ανενδοίαστοι από τους Τσάρους, οι Κομμουνιστές, αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας, θα δημιουργήσουν ένα τεράστιο δίκτυο στρατοπέδων συγκέντρωσης, καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου (που θα περάσει στην ιστορία με τον αποτρόπαιο όρο GULAG, από τον επίσημο τίτλο της υπηρεσίας «Κεντρική Διεύθυνση Στρατοπέδων») και θα εκτινάξουν σε απρόσμενα ύψη τον αριθμό των εξόριστων οι οποίοι από 15.000 το 1905 (χρονιά που, λόγω της Επανάστασης, χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη αύξηση των διώξεων που υφίστανται οι αντιπολιτευόμενοι στον τσαρισμό), θα φτάσουν σταδιακά στο 1.000.000 το 1922 και στα 6.000.000 το 1935 (σύμφωνα πάντοτε με τα επίσημα στοιχεία, γιατί με βάση ανεπίσημες πηγές ο αριθμός ήταν τουλάχιστον τριπλάσιος). 

Τα στρατόπεδα του θανάτου εγκαθιδρύθηκαν από τον Λένιν το 1918 και τέθηκαν ευθύς εξαρχής υπό τον έλεγχο της Τσε-Κα, όπως προκύπτει από την εισήγηση του αρχηγού της πολιτικής αστυνομίας Φελίξ Ντερζίνσκι στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος, τον Φεβρουάριο του 1919:  

«Προτείνω τη διατήρηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης και τη χρησιμοποίηση της εργασίας των κρατουμένων, των ατόμων χωρίς σταθερή απασχόληση, καθώς και όσων αδυνατούν να εργαστούν χωρίς καταναγκασμό»

 

Και ο Λένιν τον συμπλήρωνε υποστηρίζοντας ότι «πρέπει να πατάσσεται αμείλικτα κάθε απόπειρα αναρχίας από μέρους των μέθυσων, αλητών, αντεπαναστατών και άλλων προσώπων, γιατί μοναδικός γενικός σκοπός είναι η εκκαθάριση της ρωσικής γης από κάθε βλαβερό έντομο... Σε ποια συνοικία μεγάλης πόλης, σε ποιο εργοστάσιο, σε ποιο χωριό δεν υπάρχουν σαμποτέρ... που παριστάνουν τους διανοούμενους;». Και πρότεινε «να τους δίνουν κίτρινες ταυτότητες μετά την έκτιση της ποινής τους... να τουφεκίζουν τους χαραμοφάηδες... (και να τους επιβάλουν) φυλακή ή τιμωρία σε καταναγκαστικά έργα βαρύτατης μορφής». [Λένιν: Πώς να οργανώσουμε την άμιλλα, 7/1/1918] 

Για να εξασφαλίσει την εφαρμογή αυτών των διακηρύξεών του, ο πρωτεργάτης του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού Νικολάι Λένιν οργάνωσε τη σχετική «άμιλλα», υπογράφοντας το 1919 ένα διάταγμα με το οποίο ιδρυόταν από ένα στρατόπεδο για 2 έως 3 χιλιάδες κρατούμενους σε όλες τις πρωτεύουσες των νομών.  

Αλλά αυτός ο αριθμός των στρατοπέδων συγκέντρωσης και θανάτου πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ανεπαρκής, δεδομένου ότι μετά από ένα χρόνο πολλά απ' αυτά τα στρατόπεδα έφτασαν να «φιλοξενούν» πάνω από 100 χιλιάδες κρατούμενους το καθένα.  

Το απέραντο δίκτυο απ’ αυτά τα απειράριθμα «ευαγή ιδρύματα» που κάλυψε ολόκληρη τη χώρα και πέρασε στην ιστορία με το όνομα GULAG (από τα αρχικά των λέξεων Κεντρική Διεύθυνση Στρατοπέδων), ταυτίστηκε απολύτως με τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό ως «πρώτου διδάξαντος» και ο εφιάλτης του αποτελεί τη μόνη κληρονομιά του λενινισμού στην ανθρωπότητα.  

Από το 1922, η κομμουνιστική οργάνωση της «βιομηχανίας του θανάτου» αυξάνει τόσο δραματικά τον αριθμό και τον όγκο των στρατοπέδων, ώστε η μπολσεβίκικη δικτατορία αναγκάζεται ν' αρχίσει τη σταδιακή μεταφορά τους από τις πόλεις σε ακατοίκητες περιοχές της αχανούς Ρωσίας.  

Το 1923, ένα χρόνο πριν από το θάνατο του Λένιν, στο πρώτο «εργατο-αγροτικό» κράτος του κόσμου καταμετρώνται 355 στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και 105 φυλακές, όπου ζουν και πεθαίνουν καθημερινά πάνω από 1 εκατομμύριο άνθρωποι. 

Το 1941, στη Ρωσία (που ακτινοβολούσε από «κομμουνιστική υγεία»), οι χαρακτηρισμένοι ως «ποινικοί» κρατούμενοι ανέρχονταν σε 15.000.000 (δηλαδή στο 10% του συνολικού πληθυσμού, ενώ τον ίδιο χρόνο στις ΗΠΑ (που είχαν προσβληθεί από «καλπάζουσα καπιταλιστική φθίση»), οι ποινικοί κρατούμενοι ήταν 150.000, δηλαδή το 0,1% του πληθυσμού. 

3. Δίκες Σκοπιμότητας (1917-1922) 

Μεταξύ 1917 και 1922, με την ενεργητική παρότρυνση, κάλυψη και ανοχή των Λένιν και Τρότσκι, έγιναν χιλιάδες δίκες σκοπιμότητας χωρίς να υπάρχει εν ισχύ οποιοσδήποτε Ποινικός Κώδικας (ο οποίος πρωτοθεσπίστηκε το Μάιο του 1922). 

Μοναδικό κριτήριο της λειτουργίας αυτής της «δικαστικής κρεατομηχανής» των κομμουνιστών είναι η αντίληψη της «επαναστατικής σκοπιμότητας» που διακατείχε τους ανενδοίαστους εξουσιοφρενείς του Μπολσεβίκικου επιτελείου.  

Μερικές μόνο από τις αμέτρητες ανθρωποβόρες δίκες σκοπιμότητας που διεξήχθησαν επί Λένιν και αποτέλεσαν το μαζικό πρότυπο των τρομοκρατικών δικών της σταλινικής περιόδου, είναι οι εξής: 

1. Δίκη της εφημερίδας «Ρωσικά Χρονικά» (Μάρτιος 1918).

2. Δίκη τριών ανακριτών του «Επαναστατικού Δικαστηρίου» της Μόσχας (Απρίλιος 1918).

3. Δίκη του Κόσιρεφ (15-2-1919).

4. Δίκη «εκκλησιαστικών παραγόντων» (11 έως 16-1-1920).

5. Δίκη του «Τακτικού Κέντρου» (16 έως 20-8-1920).

6. Δίκη των μηχανικών της «Διεύθυνσης Καυσίμων» (Μάιος 1921).

7. Δίκη για την αυτοκτονία του Ολιτενμπόργκερ (Φεβρουράριος1922)

8. Δίκες (αλλεπάλληλες και μαζικές) Εσέρων (1921-1922).

9. Δίκη ομάδας ιερωμένων (Απρίλιος 1922).

10. Δίκη των «εκκλησιαστικών παραγόντων» της Πετρούπολης (Ιούνιος 1922).

11. Δίκη της ηγεσίας των Σοσιαλεπαναστατών (Ιούνιος- Αύγουστος 1922).  

Στην τελευταία απ' αυτές τις δίκες, που, «επαναστατικώ δικαίω», διεξάγονται χωρίς συνηγόρους, στο εδώλιο του κατηγορούμενου προσάγονται και καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής των Σοσιαλεπαναστατών (Εσέρων), του κόμματος που στις εκλογές για τη Συντακτική (1918) συγκέντρωσε το 58% του συνόλου του εκλογικού σώματος. Το 1922 οι Εσέροι ήταν η μόνη οργανωμένη πολιτική δύναμη που θα μπορούσε να ανακόψει τον καλπασμό των κομμουνιστών προς τον ολοκληρωτισμό. Και συνεπώς έπρεπε να εξοντωθεί. 

4. Ο κομμουνιστικός ιμπεριαλισμός 

Αμέσως μετά το Οκτωβριανό Πραξικόπημα, οι μπολσεβίκοι (που η εξουσία τους περιοριζόταν σε δυο-τρεις μεγάλες πόλεις της Ρωσίας) άρχισαν μια συστηματική προσπάθεια να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στην Ουκρανία και τη Σιβηρία οι οποίες πρόβαλλαν σθεναρή άμυνα. Έτσι, το καλοκαίρι του 1918 που άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος και «για περισσότερο από δυόμισι χρόνια στη χώρα υπήρχαν μια σειρά από ανταγωνιστικές ανάμεσά τους κυβερνήσεις». [Ε. Καρ: Ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης. Υποδομή, 1977] 

Το 1917, στο έδαφος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατοικούσαν «200 περίπου διαφορετικοί λαοί με 200 διαφορετικές γλώσσες» ανάμεσα στους οποίους κυριαρχική θέση κατείχαν τρεις σλαβικές εθνότητες που αριθμούσαν 110 εκατομμύρια σε συνολικό πληθυσμό 140 εκατομμυρίων (75 εκατ. Ρώσοι, 30 εκατ. Ουκρανοί και 4,5 εκατ. Λευκορώσοι).  

 

Το 1987, ο αριθμός των λαών και των φυλών είχε υποδιπλασιαστεί: Στη σοβιετική αυτοκρατορία υπήρχαν μόνο 100 διαφορετικοί λαοί με 100 διαφορετικές γλώσσες. Οι υπόλοιποι εξαφανίστηκαν από το πρόσωπο της γης και την ιστορία, θύματα της εξοντωτικής πολιτικής του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού που είχε αναγάγει την ισοπέδωση και την ομοιομορφία σε όρο επιβίωσής του.  

Σε σχέση με το "εθνικό ζήτημα", πρώτη ενέργεια του Λένιν μόλις κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία ήταν να διορίσει τον Στάλιν ως «λαϊκό επίτροπο (υπουργό) των Εθνοτήτων» και να του αναθέσει να οργανώσει τη δράση της μπολσεβίκικης δικτατορίας: 

Αρχικά, για την αποτροπή της ανεξαρτοποίησης της Πολωνίας και της Φινλανδία (τις μόνες περιοχές της τσαρικής αυτοκρατορίας που διεκδίκησαν επίσημα την ανεξαρτησία τους μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 στη Ρωσία) και  

Στη συνέχεια, για την προσάρτηση των λαών που ήταν υποτελείς στον τσάρο.  

Έτσι, το κομμουνιστικό καθεστώς αφού σταθεροποιήθηκε στη Ρωσία με τη βία των όπλων και την τρομοκρατία, απέδειξε πώς εννοεί τις προπαγανδιστικές του διακηρύξεις περί «του αναφαίρετου δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών» και «της χωρίς όρους αναγνώρισης του δικαιώματος της αποχώρησης από την Ομοσπονδία Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών», [Λενιν: Για το ζήτημα των εθνοτήτων] επιδιδόμενο σε μια συστηματική προσπάθεια βίαιης επαναπροσάρτησης όλων των χωρών και των λαών που κατείχε η τσαρική αυτοκρατορία, όπως οι Βαλτικές Χώρες, η Πολωνία (που διέφυγαν προσωρινά την υποδούλωσή τους στο μπολσεβικισμό), η Φινλανδία, η Ουκρανία, η Γεωργία και οι περιοχές του Κάτω Βόλγα και της Κεντρικής Ασίας.  

Βαλτικές Χώρες (Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία). Οι μπολσεβίκοι τις προσάρτησαν με δυναμική επέμβαση το χειμώνα του 1918-1919 και τις αναγνώρισαν ως «ανεξάρτητες σοβιετικές δημοκρατίες». Αλλά δυο χρόνια αργότερα, το 1920, χάρη στην αντίσταση των λαών τους και την αντίθετη στάση της Βρετανίας, οι εισβολείς εξαναγκάστηκαν να αναδιπλωθούν και να τις αναγνωρίσουν ως «ανεξάρτητες αστικές δημοκρατίες» (πράγμα που εξασφάλισε στις βαλτικές χώρες 20 χρόνια κοινοβουλευτικής ζωής μέχρι το 1939 που οι μπολσεβίκοι τις ξανακατέλαβαν στρατιωτικά ύστερα από συμφωνία τους με τον Χίτλερ). 

 

Φινλανδία. Τα σχέδια των μπολσεβίκων για τη βίαιη προσάρτηση της Φινλανδίας με το συνδυασμό της απόπειρας των Φινλανδών κομμουνιστών να καταλάβουν πραξικοπηματικά την εξουσία και της, ταυτόχρονης, υποστήριξής τους από τα σοβιετικά στρατεύματα (Ιανουάριος 1918), ανατράπηκαν ολοσχερώς από τη στάση της κυβέρνησης και του στρατού της Φινλανδίας που βοηθήθηκε από τη Γερμανία.  

 

Γεωργία. Οι μπολσεβίκοι το 1920 την αναγνώρισαν ως ανεξάρτητη αστική δημοκρατία και το 1921 την προσάρτησαν κατόπιν δυναμικής επεμβάσεως ως «σοβιετική δημοκρατία», με την επίσημη δικαιολογία ότι «η επέμβαση αυτή αποτελούσε την τελική πράξη της σοβιετοποίησης της Υπερκαυκασίας». [Ε. Καρ, ο.π.] 

 

Ουκρανία. Η προσάρτησή της Ουκρανίας στην (υπό διαμόρφωση) κομμουνιστική αυτοκρατορία έγινε δυνατή το 1920, ύστερα από δύο στρατιωτικές επεμβάσεις (μία το 1919 και μία το 1920) και ένα πραξικόπημα, με την επίσημη δικαιολογία ότι αυτό ήταν «ένα μέτρο νόμιμης άμυνας του σοβιετικού καθεστώτος απέναντι σε μια κυβέρνηση που είχε ζητήσει τη βοήθεια των ξένων». [Ε. Καρρ, ο.π.] 

 

Διάφορες περιοχές του Κάτω Βόλγα και της Κεντρικής Ασίας: Κατακτήθηκαν με δυναμικές επεμβάσεις με επίσημη δικαιολογία την «ανάγκη να επιβληθεί η τάξη» 

Έτσι παρόλο που δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι «ποτέ δεν θε είχαν εγκαθιδρυθεί μπολσεβίκικα καθεστώτα στην Ουκρανία ή τη Λευκορωσία ή τις Βαλτικές Χώρες χωρίς την άμεση επέμβαση της Μόσχας», [Ε. Καρ, ο.π.] οι κατά τόπους απολογητές του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού προσβάλαν βάναυσα τη νοημοσύνη των πάντων, καλλιεργώντας και προβάλλοντας με κάθε τρόπο το μύθο της «ενθουσιώδους εθελοντικής προσχώρησης» των κατακτημένων λαών στη μπολσεβίκικη αυτοκρατορία με τη μορφή των «ομόσπονδων δημοκρατιών» της.  

5. Η κομμουνιστική σχιζοφρένεια 

Αναμφίβολα υπάρχει ένα πρόβλημα διανοητικής ισορροπίας ή ανενδοίαστου τυχοδιωκτισμού για τον γενάρχη του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού, του Βλαδιμίρ Ιλιτς Ουλιάνοφ που καταχωρήθηκε στην κομμουνιστική αγιογραφία με το «επαναστατικό» ψευδώνυμο Λένιν. Ο Λένιν: 

• Το 1917 αποφαινόταν ότι «ο κρατικός καπιταλισμός είναι η παροξυσμική μορφή της τερατώδους καταπίεσης των εργαζόμενων μαζών από το κράτος», [Λένιν: Κράτος και Επανάσταση, 1917] ενώ

 

• Το 1918 διακήρυττε ότι «ο κρατικός καπιταλισμός είναι ο προθάλαμος του σοσιαλισμού». [Λένιν: Η επικείμενη καταστροφή, 1918] 

 

Υποσχόταν την «απελευθέρωση» της εργασίας μέσω της… υποδούλωσής της, διακηρύσσοντας ότι «πρέπει να κηρυχθούμε υπέρ της πλήρους υποταγής των εργαζομένων στους διευθυντές της παραγωγής... πρέπει να υποταχθεί η θέληση των μυριάδων στη θέληση του ηγέτη (της επιχείρησης)... πρέπει να συζευχθεί η εργασία με μια σιδερένια πειθαρχία και μια απόλυτη υποταγή», [Λένιν: Τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας, 1918] και ότι είναι ανάγκη «να στρατιωτικοποιηθεί πλήρως η εργασία». [Τη θέση αυτή υποστήριξε κατά τη συζήτηση για το ρόλο των συνδικάτων (από το Μάρτιο 1920 έως το Μάρτιο 1921) από κοινού με τον Τρότσκι, δεύτερο στην ιεραρχία της κομμουνιστικής εξουσιοφρένειας]. 

 

Διαβεβαίωνε ότι αγωνιζόταν για την «απελευθέρωση» της κοινωνίας μέσω της υποδούλωσής της στο Κόμμα, υποστηρίζοντας ότι «το κόμμα πρέπει να πάρει υπό τον έλεγχό του όλες ανεξαίρετα τις πλευρές και τις μορφές της κοινωνικής δραστηριότητας». [Λένιν: Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, 1920] 

 

Υπόσχονταν την καταξίωση του «πρωτοπόρου ιστορικού» ρόλου της εργατικής τάξης, διασαλπίζοντας την κοινωνική και διανοητική υπολειμματικότητα αυτής της τάξης, γράφοντας:

- ότι «η σύγχρονη σοσιαλιστική συνείδηση δεν μπορεί να θεμελιωθεί παρά μόνο πάνω σε μιά βαθειά επιστημονική γνώση... φορείς αυτής της γνώσης δεν είναι οι προλετάριοι αλλά οι αστοί διανοούμενοι... η σοσιαλιστική συνείδηση είναι κάτι που έχει εισαχθεί απ' έξω στον προλεταριακό ταξικό αγώνα και όχι κάτι που βγήκε αυθόρμητα μέσα του», [Λένιν: Τι να κάνουμε,1902]  

- ότι «καμιά τάξη της σημερινής κοινωνίας δεν μπορεί να φέρει σε πέρας τον αγώνα της αν δεν καθοδηγείται από μια μικρή ομάδα προικισμένων, δοκιμασμένων, επαγγελματικά προπαρασκευασμένων και διαπαιδαγωγημένων από μια μακροχρόνια πρακτική εξάσκηση», [Λένιν: Τι να κάνουμε,1902] και 

- ότι «η εργατική τάξη εάν αφεθεί στις ίδιες της τις δυνάμεις, δεν μπορεί να φτάσει παρά μόνο σε μιά στενά σωματειακή (τρειντ-γιουνιονιστική) συνείδηση... Η σοσιαλιστική συνείδηση δεν μπορεί να της δοθεί παρά μόνο απ' έξω. Για να δώσουν στους εργάτες την πολιτική γνώση, οι σοσιαλδημοκράτες πρέπει να πάνε σε όλες τις τάξεις του πληθυσμού, πρέπει να στείλουν αποσπάσματα του στρατού τους σε όλες τις κοινωνικές τάξεις». [Λένιν: Τι να κάνουμε,1902] 

Αυτό το πρόβλημα εμφανίζεται ακόμη οξύτερο, όταν ο Λένιν εγκολπώνεται τον Μαρξ διαστρέφοντάς τον, και όταν αυτοπροβάλλεται ως ο αυθεντικότερος διερμηνευτής του μαρξισμού, κακοποιώντας την πνευματική κληρονομιά που διεκδικεί. Γιατί βέβαια, 

Η άποψη του Λένιν ότι «καμιά τάξη της σημερινής κοινωνίας δεν μπορεί να φέρει σε πέρας τον αγώνα της εάν δεν καθοδηγείται από μια μικρή ομάδα προικισμένων, δοκιμασμένων, επαγγελματικά προπαρασκευασμένων και διαπαιδαγωγημένων από μια μακροχρόνια πρακτική εξάσκηση», [Λένιν: Τι να κάνουμε,1902] βρίσκεται σε ριζική αντίθεση με την άποψη των Μαρξ και Ενγκελς που υποστήριζαν ότι «η απελευθέρωση των εργαζομένων είναι υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων... οι κομμουνιστές δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό κόμμα που αντιτίθεται στα άλλα εργατικά κόμματα». [K. Marx & F. Engels: Κομμουνιστικό Μανιφέστο, 1948] 

 

Η εξουσιομανιακή διακήρυξη του Λένιν ότι«η υποταγή στο κόμμα πρέπει να είναι το μόνο κριτήριο γιά την επιλογή των στελεχών όχι μόνο στα συνδικάτα αλλά σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας», [Λένιν: Για τις θέσεις του Μπουχάριν] είναι ριζική άρνηση της κατηγορηματικής διαβεβαίωσης του Μαρξ ότι «τα συνδικάτα δεν πρέπει ποτέ να δεθούν με μιά πολιτική οργάνωση και να βρεθούν κάτω από την κυριαρχία της: αυτό θα ήταν ο θάνατός τους». [K. Marx: Γράμμα στον J. Hamann, 1869] 

 

Η δήλωση του Λένιν ότι «πρέπει να κηρυχθούμε υπέρ της πλήρους υποταγής των εργαζομένων στους διευθυντές της παραγωγής... πρέπει να υποταχθεί η θέληση των μυριάδων στη θέληση του ηγέτη (της επιχείρησης)... πρέπει να συζευχθεί η εργασία με μια σιδερένια πειθαρχία και μιά απόλυτη υποταγή», [Λένιν: Τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας, 1918]  αντιτίθεται ευθέως στην άποψη του Ενγκελς ότι «η δουλεία στην οποία η αστική τάξη έχει καταδικάσει το προλεταριάτο γίνεται ολοφάνερη στο καθεστώς που επικρατεί στα εργοστάσια. Ο εργοδότης είναι ο μοναδικός και απόλυτος νομοθέτης, σύμφωνα με την κυρίαρχη θέλησή του...». [F. Εngels: Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, 1845] 

 

Η απόλυτη πίστη του Λένιν στο γεγονός ότι «η ελευθερία της κριτικής είναι η ελευθερία του οππορτουνισμού να φέρει μέσα στο σοσιαλισμό αστικές ιδέες και αστικά στοιχεία» [Λένιν: Τί να κάνουμε, 1902]  και ότι η μόνη δυνατή απάντηση στην κριτική είναι «η γραφειοκρατία απέναντι στη δημοκρατία, ο συγκεντρωτισμός απέναντι στην αυτονομία, είναι η οργανωτική αρχή του επαναστατικού κόμματος απέναντι στην οργανωτική αρχή των οπορτουνιστών», [Λένιν: Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω, 1904],  συνιστά ριζική άρνηση της άποψης των Μαρξ και Ενγκελς ότι «η ελευθερία του κράτους είναι συνάρτηση της ανελευθερίας της κοινωνίας». [K. Marx & F. Engels: Κριτική του προγράμματος της Γκόττα, 1875] 

Η απόδειξη της παντελούς ανεπάρκειας των κομμουνιστών μπροστά σε μια αδυσώπητη πραγματικότητα που τους διαψεύδει ολοσχερώς, ανάγκασε τον Λένιν να «διορθώσει» τον Μαρξ, τον άνθρωπο που προσπάθησε να προβάλλει ως πνευματικό του πατέρα, αποφαινόμενος ότι: 

«Ο Μαρξ δεν μιλούσε για τη Ρωσία. Μιλούσε για... Αυτά που έλεγε ήταν σωστά επί 600 χρόνια, αλλά δεν ήταν σωστά προκειμένου για τη σημερινή Ρωσία». [Λένιν: Πολιτική εισήγηση στο 11ο Συνέδριο του ΚΚΡ, 1922] 

Το 1922, ο Λένιν έχει σταθεροποιήσει την, μέχρι τότε παραπαίουσα, εξουσία του και δεν έχει σοβαρή ανάγκη από τον Μαρξ και την κληρονομιά του. Ο κύβος έχει ριχθεί στο πεδίο του συσχετισμού των δυνάμεων με τρόπο που ευνόησε τους πρωτεργάτες του κομμουνιστικού πραξικοπήματος του Οκτώβρη:

Το Κόμμα είναι μοναδικός και απόλυτος κάτοχος του κράτους, αναλαμβάνει να πλάσει την κοινωνία κατ' εικόνα και ομοίωσή του. Εχοντας αναδειχθεί χαλίφης στη θέση του χαλίφη, απλώς επαναλαμβάνει το ιστορικό προηγούμενο του Ιβάν του Τρομερού και του Μεγάλου Πέτρου που επιχείρησαν να συγκροτήσουν μιά ενοποιημένη και ισχυρή κρατική εξουσία μέσω της οποίας «δημιούργησαν» τη ρωσική κοινωνία. 

6. Η ώρα της τιμωρίας 

Σύμφωνα με το ευχολόγιο των Μαρξ και Ενγκελς, σκοπός του κομμουνισμού, είναι «να κάνει αδύνατη την ύπαρξη κάθε πράγματος που υφίσταται ανεξάρτητα από το άτομο». [K. Marx & F. Engels: Γερμανική Ιδεολογία, 1846] 

Και ο Λένιν, αυτοπροβαλλόμενος ως ο καλύτερος μαθητής των Μαρξ και Ενγκελς («ο λενινισμός είναι ο μαρξισμός στην εποχή του ιμπεριαλισμού» κατά την σχετική κομμουνιστική ανεκδοτολογία), οικοδόμησε στ' όνομά τους ένα καθεστώς στο οποίο κάθε άτομο μετατράπηκε σε «πράγμα», διαρκώς αναλώσιμο και αντικαταστάσιμο, που δεν μπορούσε να υπάρξει ανεξάρτητα από τον εξουσιαστικό μηχανισμό. 

Αν είναι σωστή η άποψη του Μarx ότι «η δημοκρατία είναι η λύση του αινίγματος του κράτους... η άρνηση της πολιτικής αυτο-αποξένωσης του ανθρώπου μέσα στην ίδια της τη σφαίρα... (και) μέσα στην αληθινή δημοκρατία το πολιτικό κράτος εξαφανίζεται», [K. Marx: Κριτική της Χεγγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου, 1843] τότε, σύμφωνα με τη «μαρξιστική διαλεκτική» θα πρέπει να ισχύει το ίδιο και αντιστρόφως: Το κράτος είναι η λύση του αινίγματος της δημοκρατίας, η επιβεβαίωση της πολιτικής αυτοαποξένωσης του ανθρώπου μέσα στην ίδια του τη σφαίρα. Μέσα στο πολιτικό κράτος η αληθινή δημοκρατία εξαφανίζεται. 

Ο κομμουνισμός του Λένιν είναι η έμπρακτη εξ' αντιστροφής απόδειξη της ορθότητας αυτής της διαπίστωσης του Μarx, που παραπέμπει ευθέως στη διακήρυξη του Μουσολίνι «Τίποτα έξω από το κράτος, τίποτα πάνω από το κράτος». 

«Οποίος θελήσει να μπει στο σοσιαλισμό ακολουθώντας έναν άλλο δρόμο από το δρόμο της πολιτικής δημοκρατίας, θα καταλήξει μοιραία σε αντιδραστικές και παράλογες συνέπειες τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό πεδίο», προειδοποιούσε ό Λένιν πριν καταλάβει την εξουσία. [Λένιν: Οι δυο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας, 1905]. Αλλά οι προειδοποιήσεις ενός εξουσιοφρενούς αφορούν πάντα τους άλλους, ποτέ τον εαυτό του. 

Γιατί, σ' αντίθεση με τον νευρωτικό που έχει συνείδηση του λάθους αλλά δεν μπορεί να το αποφύγει, ο ψυχωτικός (πρότυπο του οποίου είναι ο εξουσιοφρενής) το αγνοεί εντελώς. Γι’ αυτό και είναι καταδικασμένος να προσφέρει στους άλλους την κόλαση, πιστεύοντας ακράδαντα ότι τους δωρίζει τον παράδεισο. Και, φυσικά, όποιος δεν συμμερίζεται την άποψή του, είναι «αιρετικός», «ψυχασθενής» ή «απροσάρμοστος», γιατί μόνο ένας «αιρετικός», «ψυχασθενής» ή «απροσάρμοστος» μπορεί να νοιώθει δυστυχής στον «παράδεισο». 

Αυτή ακριβώς η σχιζοφρενική αντίθεση ανάμεσα στις θεωρητικές διακηρύξεις της πίστης του στην «πολιτική δημοκρατία» και της μονομανιακής προσκόλλησής του στις πλέον αποκρουστικές μορφές της «πολιτικής δικτατορίας», ωθούσε τον Λένιν να απαιτεί με κάθε τρόπο την ικανοποίηση της πιο ουσιαστικής εξουσιοφρενικής του ανάγκης: «Δώστε μου μια οργάνωση επαγγελματιών επαναστατών και θ' αλλάξω την όψη της Ρωσίας». [Λένιν: Τι να κάνουμε, 1902] Και μόλις ικανοποίησε αυτή την απαίτηση, άλλαξε πραγματικά την όψη της Ρωσίας, καθιστώντας την ένα απέραντο στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων και θανάτου. 

«Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατική πράξη», επαναλάμβανε ο Λένιν. [Λένιν: Τι να κάνουμε, 1902] Και αυτοδιαφημιζόμενος ως ο μόνος αυθεντικός κάτοχος της «επαναστατικής θεωρίας», προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο ότι επί ολόκληρους αιώνες η ανθρωπότητα περίμενε αυτόν τον «μεγαλοφυέστερο επαναστάτη όλων των εποχών» γιά να της διδάξει την... επαναστατική πράξη. 

Σύμφωνα μ' αυτή την αντίληψη, όλοι οι πριν από τον Λένιν αγώνες ανάμεσα στους εξουσιαστές και τους εξουσιαζόμενους, ήταν απλά ιντερλούδια στη «μεγαλειώδη» λενινιστική θεωρία και πρακτική, μέσω της οποίας οικοδομήθηκε μια πρωτόγνωρη, άκρως εκμεταλλευτική, κοινωνία από την οποία εξοβελίστηκε κάθε δυνατότητα αντιπαράθεσης εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων. Κι έτσι κατά την κομμουνιστική ταλμουδική, λύθηκε «άπαξ διά παντός» το προαιώνιο άλυτο αίνιγμα της εξουσίας.  

Όμως, 70 χρόνια αργότερα, ο κομμουνιστικός ολοκληρωτισμός κατέρρευσε ως χάρτινος πύργος, συνοδευόμενος από τις κατάρες των εκατομμυρίων θυμάτων του. Τα μοναδικά ερείσματα του μπολσεβίκου καθεστώτος (κόμμα, στρατός, υπηρεσίες ασφάλειας) αποδείχθηκαν απλές καρικατούρες του προηγούμενου εαυτού τους, ανίκανες να ελέγξουν τις εξελίξεις. Οι εξεγερμένοι πολίτες των τέως κατεχόμενων χωρών ποδοπάτησαν τα σύμβολά του μπολσεβικισμού και εκβαράθρωσαν τα αγάλματα των πρωτεργατών του. Οι κομμουνιστές πανικόβλητοι έσχιζαν μαζικά τις κομματικές τους ταυτότητες και πρόβαραν βιαστικά το νέο «δημοκρατικό» τους προσωπείο. Τα κομμουνιστικά κόμματα αποκήρυσσαν τον εαυτό τους και αυτοδιαλύονταν ή άλλαζαν τον τίτλο τους.  

Στο χώρο επικυριαρχίας του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού επιτελούνταν μια κοσμογονία και οι συνθήκες που διαμορφώνονταν στην τέως «Σοβιετική Ενωση», γεννούσαν την ελπίδα μιας, εκ των υστέρων, δικαίωσης για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν από τους εκάστοτε κατά τόπους ανιστόρητους «ηγέτες» του Κομμουνιστικού Κόμματος και τους άθλιους κομματανθράπους (που κάλυπταν και καλύπτουν την διανοητική υπολειμματικότητα και ανικανότητα κάτω από την ιδιότητα του «επαγγελματικού στελέχους», προσπαθώντας ματαίως να υποκαταστήσουν τον ανέφικτο οργασμικό τους σπασμό με τον επιθανάτιο σπασμό των θυμάτων τους). Διαμορφώνονταν η ελπίδα: 

• ότι το αποτρόπαιο «μαυσωλείο» της Μόσχας θα ξερνούσε την αηδιαστική μούμια του Λένιν που φιλοξενεί,

• ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια «Νυρεμβέργη του Κομμουνισμού», για τον πλέον φρικαλέο, ανθρωποβόρο και διαρκέστερο ολοκληρωτισμό που γνώρισε και πλήρωσε ολόκληρη η ανθρωπότητα, κατά το προηγούμενο της «Νυρεμβέργης του Ναζισμού».

• ότι η ρωσική κοινωνία θα μπορούσε να μπει σε μια τροχιά δημοκρατικής εξέλιξης. 

Δυστυχώς, η ελπίδα διαψεύστηκε παταγωδώς, με πρωτοβουλία των πρωτεργατών της τέως κομματικής μαφίας, που εν μια νυκτί μεταμορφώθηκαν σε τυπικούς νεομαφιόζους (ξεκινώντας από τον «μοιραίο» Γκορμπατσόφ και καταλήγοντας στον αλκοολικό Μπορίς Γιέλτσιν). 

Η ιστορία πήρε την εκδίκησή της και τον τρίτο από τους ολοκληρωτισμούς που την εκπόρνευσαν στη διάρκεια του 20ου αιώνα. Αλλά, από μια τραγική ειρωνεία, οι τέως κομματικοί παλαιο-μαφιόζοι μεταλλάχθηκαν στους νυν τυπικούς νεο-μαφιόζους, οι οποίοι μεταμορφώθηκαν εν μια νυκτί σε νέα κυρίαρχη τάξη, χάρη στις εξελίξεις που δρομολογήθηκαν από μια ατέλειωτη στρατιά τέως κομμουνιστών (ξεκινώντας από τον «μοιραίο» Γκορμπατσόφ και καταλήγοντας στον αλκοολικό Μπορίς Γιέλτσιν).  

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ. Είναι άξιοι καταφρόνιας οι κάθε είδους "αριστεροί" κομματικοί «διανοούμενοι» που δικαιολογούσαν όλα τα εγκλήματα του κομμουνιστικού Μηχανισμού ως «φυσιολογικές αμυντικές αντιδράσεις ενός υγιούς οργανισμού», ζώντας ένα διαρκές ψυχωσικό παραλήρημα με κοινωνιοβιολογικό περιεχόμενο. Για αυτούς, πραγματικά τέλειωσε ο (χωρίς αρχές) πόλεμος (τους) εναντίον των συνανθρώπων τους. Τώρα πιά, οι κάλαμοί τους μπορούν να στάζουν ύβρεις αλλά όχι αίμα: Τα «καλάμια» τους δεν μπορούν πια να πυροβολούν, αφαιρώντας ζωές. Και μαζί μ' αυτόν, τέλειωσε και η σχέση τους με τη ζωή που τόσο πολύ μίσησαν. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας λόγος αντιδικίας με νεκρές ψυχές που αποπνέουν πτωμαΐνη.  

Αν θεωρούν λανθασμένες τις όποιες αποτιμήσεις μου για τους ίδιους και τον κοινωνικό τους ρόλο, δεν έχουν παρά να τις διαψεύσουν, αναδημοσιεύοντας οποιοδήποτε από τις αιματοβαμμένα και πυορροούντα «άρθρα» τους, με τα οποία δηλητηρίαζαν τη ζωή κατά την περίοδο της κομματικής παντοδυναμίας τους. Γιατί μπορεί τα έπεα να είναι πτερόεντα, αλλά τα γραπτά μένουν. Όπως μένουν και οι αποφάσεις των «κομματικών οργάνων» και των «λαϊκών δικαστηρίων» της κομματικής σκοπιμότητας και βαρβαρότητας και, πολύ περισσότερο, τα έργα των εκτελεστικών τους αποβρασμάτων και αποσπασμάτων.  

Κι επειδή, κατά την (προσφιλή σε έναν ημιαναλφάβητο Έλληνα κομμουνιστή ηγέτη) ρήση «τα στερνά κρίνουν τα πρώτα», θα ίσχυε και σ' αυτή την περίπτωση το «τέλος καλό, όλα καλά» εάν δεν υπήρχαν τα εκατομμύρια των αδικοχαμένων ανθρώπινων υπάρξεων που προσφέρθηκαν θυσία στον κομμουνιστικό Μινώταυρο.

 

thessaloniki.png