Κλεάνθης Γρίβας

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ

(1983)

● Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε ως εισήγηση στο Τριήμερο για τα Δικαιώματα των Φαντάρων (Αμφιθέατρο Νομικής Σχολής του παν/μίου Θεσσαλονίκης, 2/11/1983).

● Μια σύνοψή του, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Προοπτική (τεύχος 9, Μάιος 1983).

● Στην πλήρη μορφή του δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ιανός (τεύχος 7, Μάϊος 1984)

● Περιλήφθηκε στη συλλογή δοκιμίων Κλ. Γρίβας: Η Εξουσία της Βίας (Ιανός, Θεσσαλονίκη, 1987).

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Ορίζοντας την αυτοκτονία

2. Μερικά εθνολογικά και ιστορικά δεδομένα

3. Οι εξουσιαστικοί μύθοι για την αυτοκτονία

α) Μύθος 1ος: Η αυτοκτονία είναι δηλωτικό ή συνακόλουθο «ψυχικής αρρώστιας»

β) Μύθος 2ος: Η αυτοκτονία είναι συνακόλουθο της κληρονομικότητας

4. Αυτοκτονία και Οικογένεια, Σχολείο

5. Αυτοκτονία και Στρατός

6. Μερικά συμπεράσματα

 

 

Αντιπαραθέτοντας στην κυρίαρχη μυθολογία της εξουσίας, την άποψη

ότι δεν υπάρχει «φυσική» αυτοκτονία,

ότι κάθε αυτοκτονία είναι μια δολοφονία και

ότι, συνεπώς, πίσω της υπάρχει ένας δολοφόνος,

θα προσπαθήσω να καταδείξω αυτόν τον δολοφόνο στο πρόσωπο της παράλογης καταναγκαστικής εξουσίας που διαστρέφει την ανθρώπινη ύπαρξή.

Κίνητρο αυτής της προσπάθειας δεν είναι κάποια φιλανθρωπική διάθεση, αλλά μια προσωπική επιθυμία και ανάγκη να μη βρεθώ ποτέ (συνειδητά ή ασυνείδητα), συμπαραταγμένος με τον δήμιο, του οποίου εν δυνάμει θύματα είμαστε όλοι.


1. Ορίζοντας την αυτοκτονία

 

Σύμφωνα με τον κοινά αποδεκτό ορισμό της, αυτοκτονία είναι κάθε περίπτωση μη-αλτρουιστικού θανάτου που προκαλείται από το ίδιο το θύμα το οποίο έχει συνείδηση του θανατηφόρου αποτελέσματος της πράξης του.

Κατά την άποψή μου, αυτός ο ορισμός, που εκφράζει την κυρίαρχη εξουσιαστική δήθεν επιστημονική αντίληψη για την αυτοκτονία (εξατομικεύοντας έντεχνα ένα γεγονός που αφορά ένα κοινωνικό άτομο και όχι κάποιο μοναχικό Ροβινσώνα), είναι σκοπίμως ελλιπής, όπως ελλιπής είναι και η εξουσιαστική δήθεν επιστημονική σκέψη, που περιορίζεται στη διερεύνηση του πώς και παραβλέπει το γιατί του αντικειμένου της έρευνάς της.

Εάν κανείς αρνείται την εγκλωβιστική και διαστρεβλωτική επίδραση αυτής της δήθεν επιστημονικής λογικής, είναι υποχρεωμένος να ξαναδιατυπώσει τον ορισμό της αυτοκτονίας, παίρνοντας κατά νου όχι μόνο το πώς αλλά και το γιατί αυτής της πράξης και να ορίσει την αυτοκτονία ως κάθε περίπτωση μη-αλτρουιστικού θανάτου που προκαλείται από ένα άτομο το οποίο έχει συνείδηση του θανατηφόρου αποτελέσματος της πράξης του, και η οποία γίνεται δυνατή και επιτελείται μέσα σ' ένα ορισμένο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο που κανοναρχείται από ορισμένες σχέσεις εξουσίας.

Αυτό σημαίνει ότι η αυτοκτονία αποτελεί από τις ειδικές εκδηλώσεις της ανθρώπινης καταστρεπτικής επιθετικότητας, που προκύπτει ως προϊόν ενός ορισμένου τύπου κοινωνικής οργάνωσης, θεμελιωμένου στη θεσμοποίηση της ιδιοκτησίας και της εξουσίας.

Η άποψη αυτή ενισχύεται από τα στοιχεία που προσκομίζει η βιολογική, εθνολογική και κοινωνιολογική έρευνα. Και σ' αυτά ακριβώς τα στοιχεία θα προσπαθήσω να τη στηρίξω.


2. Μερικά εθνολογικά και ιστορικά δεδομένα

 

Από τη συστηματική μελέτη των «πρωτόγονων» πολιτισμών που επιχείρησαν στα τελευταία πενήντα χρόνια οι Malinovski, Benedict, Mead, Mardock, κ.α., συνάγεται το συμπέρασμα ότι η καταστρεπτική επιθετικότητα, ειδική έκφραση της οποίας αποτελεί και η αυτοκτονία, είναι άγνωστη στους πολιτισμούς όπου που δεν υφίσταται το στοιχείο της ατομικής ιδιοκτησίας και οι εξουσιαστικές σχέσεις που δομούνται πάνω σ' αυτή, ενώ αποτελεί διακριτικό γνώρισμα εκείνων των κοινωνιών όπου είναι θεσμοποιημένο το δίπτυχο ιδιοκτησία και εξουσία.

● Τυπικά παραδείγματα κοινωνιών στις οποίες η καταστρεπτική επιθετικότητα, (ειδική έκφραση της οποίας αποτελεί και η αυτοκτονία) είναι άγνωστη είναι οι ινδιάνοι Ζούνι Πουέμπλο (που ζουν στις νοτιοδυτικές περιοχές των HΠΑ, ασχολούμενοι με τη γεωργία και τη βοσκή), οι Αραπές των βουνών, των Εσκιμώων των πόλων, κ.ά.

● Τυπικά παραδείγματα κοινωνιών στις οποίες η καταστρεπτική επιθετικότητα, (ειδική έκφραση της οποίας αποτελεί και η αυτοκτονία) είναι χαρακτηριστικό γνώρισμά τους είναι οι Nτόμπου (που ζουν στα νησιά Nτόμπου, κοντά στα τρομβιανά νησιά της Μελανησίας), οι Aζτέκοι, οι Χάϊντας, οι Μαορί, οι Ινκας, οι Εσκιμώοι της Γροιλανδίας κ.ά., στις κοινωνίες των οποίων είναι θεσμοποιημένο το δίπτυχο ιδιοκτησία και εξουσία

Το γεγονός ότι η καταστρεπτική επιθετικότητα (και η αυτοκτονία ως ιδιαίτερη έκφρασή της), δεν αποτελεί γνώρισμα όλων ανεξαίρετα των μορφών κοινωνικής οργάνωσης αλλά διαπιστώνεται ως ειδικό χαρακτηριστικό των κοινωνιών που βασίζονται ση θεσμοποίηση της ιδιοκτησίας και της εξουσίας, αποτελεί ένα μη-αντικρούσιμο επιχείρημα, ενάντια στα ιδεολογικά εφευρήματα (ψυχολογικά, ψυχιατρικά, φυλετικά κλπ) που προβάλλει και επιβάλλει η εξουσία για να συγκαλύψει το ρόλο της στη γένεση και την διευρυμένη αναπαραγωγή του φαινομένου της καταστρεπτικής επιθετικότητας, η δήθεν περιστολή και πρόληψη της οποίας διαφημίζεται σαν ένας από τους βασικούς λόγους της ύπαρξης της εξουσίας. Πρόκειται για ένα γεγονός που διαρκώς συγκαλύπτεται από την εξουσία, γιατί

«Εάν υπήρξε έστω και μια φτωχή κοινωνία χωρίς ιεραρχία, αυτό κονιορτοποιεί την ιδέα ότι η ιεραρχία είναι αποτέλεσμα ανάγκης. και υπήρξε. Κι αν υπήρξε έστω και μια φτωχή ιεραρχική κοινωνία όπου αμφισβητήθηκε η ιεραρχία, αυτό κονιορτοποιεί την ιδέα ότι η αμφισβήτηση της ιεραρχίας προϋποθέτει ένα επίπεδο πλούτου. Και τέτοια κοινωνία υπήρξε». (Κ. Καστοριάδης).

Εάν εξετάσουμε το θέμα από την άποψη σχέσης μεταξύ ιστορικών κοινωνιών και καταστρεπτικής επιθετικότητας (και αυτοκτονίας), οδηγούμαστε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η αυτοκτονία αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμά τους. Κι ακόμα ότι η γενική στάση απέναντι στην καταστρεπτική επιθετικότητα (και την αυτοκτονία) σ' αυτές τις κοινωνίες, καθορίζεται από τις σκοπιμότητες της κρατικής εξουσίας και τη σύμφυτη τάση της να ελέγχει την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Στην Ελληνική και τη ρωμαϊκή αρχαιότητα, η αυτοκτονία καταδικαζόταν εάν ήταν προϊόν της βούλησης του ατόμου και επιδοκιμαζόταν εάν γινόταν με την παρέμβαση ή με την άδεια της εξουσίας.

Στην παραπέρα εξέλιξη των κυρίαρχων αντιλήψεων για την αυτοκτονία, ένα καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η θρησκευτική ιδεολογία που κυριάρχησε σε κάθε ιστορικό και γεωγραφικό χώρο, επιβάλλοντας τις αρχές της σαν δεσμευτικούς κανόνες διαγωγής. Έτσι,

Oι γνωστές μη-θεϊστικές θρησκείες (βουδισμός, βραχμανισμός, κ.ά.), που σαν τέτοιες δεν έχουν εμφανή εξουσιαστικό χαρακτήρα, θεωρούν το σώμα του ανθρώπου ως «κατοικία που μπορεί οποτεδήποτε να εγκαταλειφθεί με τη θέληση του ιδιοκτήτη της» και, με βάση αυτή την αντίληψη, στο χώρο κυριαρχίας των μη-θεϊστικών θρησκειών, οποιαδήποτε καταδίκη ποινικοποίηση ή ιατρικοποίηση της αυτοκτονίας ήταν αδιανόητη.

Οι θεϊστικές θρησκείες (ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, ισλαμισμός, κ.ά.), που ως τέτοιες έχουν εξουσιαστικό χαρακτήρα, τοποθετήθηκαν αρνητικά απέναντι στην αυτοκτονία, θεωρώντας την ως πράξη που στρέφεται κατά της εξουσίας του θεού που είναι «ο απόλυτος και μοναδικός κάτοχος του δικαιώματος πάνω στη ζωή και το θάνατο». Με βάση αυτή την αντίληψη, την αναγόρευσαν σε μέγιστο αμάρτημα που επισύρει κυρώσεις.

Χαρακτηριστική από την άποψη της σχέσης εξουσίας και θρησκείας αφ' ενός και αυτοκτονίας αφ' ετέρου, είναι η βαθμιαία διαφοροποίηση της στάσης του χριστιανισμού απέναντι στην αυτοκτονία.

● Στην πρώτη φάση της ανάπτυξής του, ο χριστιανισμός που δεν είναι εξαρτημένος από την κοσμική εξουσία, ούτε συμμετέχει στην άσκηση, αποφεύγει να υιοθετήσει όποια άκαμπτη καταδικαστική στάση απέναντι στην αυτοκτονία.

● Στη δεύτερη φάση της εξέλιξής του, ο χριστιανισμός αναγορεύεται σε επίσημη κρατική θρησκεία του κράτους και ενσωματώνεται στην κοσμική εξουσία. Αυτό επέδρασε στη διαφοροποίηση της στάσης του απέναντι στην αυτοκτονία που (με αρχή τον Αυγουστίνο) την εξομοιώνει με φόνο.

● Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, που οι αρχές και οι διδασκαλίες της Ανατολικής-Ορθόδοξης και της Δυτικής-Καθολικής Εκκλησίας επιβλήθηκαν με τη μορφή νομικών κανόνων σ' όλη την έκταση της κυριαρχίας τους, η αυτοκτονία αντιμετωπίζεται και σαν αμάρτημα και σαν έγκλημα συγχρόνως, που στρέφεται εναντίον και της κοσμικής και της μη-κοσμικής εξουσίας. Και, ως τέτοια, συνεπάγεται ανάλογες ποινές θρησκευτικού και μη-θρησκευτικού χαρακτήρα, όπως η απαγόρευση της χριστιανικής ταφής του αυτόχειρα, ο βασανισμός και ο ακρωτηριασμός του σώματός του, η κατάσχεση της περιουσίας του κλπ.

● Με την ανάπτυξη των εθνικών κρατών και το σταδιακό διαχωρισμό της εκκλησίας από το κράτος, που είχε σαν αποτέλεσμα τη βαθμιαία αποδυνάμωση της εκκλησίας, οι κανόνες αυτοί ακολούθησαν μια πορεία σχετικής αποδυνάμωσης αλλά δεν εξαλείφθηκαν οριστικά.

● Στην εποχή μας, με την γενίκευση του διαχωρισμού του κράτους από την εκκλησία, η αυτοκτονία θεωρείται κυρίως ποινικό αδίκημα, δηλαδή ως αδίκημα που αφορά κυρίως την κοσμική εξουσία, και μόνο σε χώρες όπου η θρησκευτική ιδεολογία εξακολουθεί να ασκεί ισχυρή επίδραση αντιμετωπίζεται και σαν αμάρτημα, δηλαδή ως αδίκημα που αφορά την μη κοσμική εξουσία.

Μοναδική σχεδόν εξαίρεση αυτού του κανόνα είναι η Αγγλία όπου, με τη νομοθεσία περί αυτοκτονίας του 1961, καταργήθηκε η προϋπάρχουσα ποινικοποίηση τόσο της αυτοκτονίας, όσο και της απόπειρας αυτοκτονίας.


3. Οι εξουσιαστικοί μύθοι για την αυτοκτονία

 

Με τον όρο αυτοκτονία υποδηλώνεται μια επιμέρους εκδήλωση της ειδικά ανθρώπινης καταστρεπτικής επιθετικότητας, η οποία είναι τυπικό και αναγκαίο προϊόν ενός ορισμένου τύπου κοινωνικής οργάνωσης θεμελιωμένης στη θεσμοποίηση της ιδιοκτησίας και της εξουσίας.

Με στόχο την συγκάλυψη της αληθινής φύσης της αυτοκτονίας και του πυροδοτικού ρόλου που διαδραματίζει σ' αυτή η εξουσία, διαμορφώθηκε μια σωρεία επιστημονικοφανών ιδεολογικών εφευρημάτων (ιατρικών, ψυχιατρικών, ψυχολογικών, κ.ά.) που κατατείνουν στην απενοχοποίηση μιας, από τη φύση της, νοσογόνας κοινωνικής δομής, η οποία στηρίζεται στη βία και την αναπαράγει διαρκώς με όλα τα αναγκαία συνακόλουθα της.

Πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση και τη διάδοση των μύθων που απενοχοποιούν την εξουσία έπαιζαν και παίζουν οι ιδεολογικοί απολογητές της: οι διάφοροι «διανοούμενοι» που υπηρετούν έμμισθα την εξουσία και εργάζονται μεθοδικά για τον ολοκληρωτικό θρίαμβο του εργοδότη τους, με τη γραφειοκρατικά επικυρωμένη ετικέτα του ψυχίατρου, του ψυχολόγου, του κοινωνιολόγου και οποιουδήποτε άλλου «-λόγου» για τα ανθρώπινα ζητήματα.

Με βάση αυτή την προβληματική, αξίζει μια προσπάθεια προσέγγισης των επιστημονικοφανών μύθων που καλλιεργεί η εξουσία σχετικά με την αυτοκτονία.

Δύο είναι τα βασικά απολογητικά εφευρήματα που πέτυχε να συλλάβει και να επιβάλει σαν ακλόνητες δήθεν επιστημονικές αλήθειες αυτό το άθυρμα των «διανοουμένων», για να δικαιώσει το «δικαίωμα» της εξουσίας να στρέφει εναντίον της ατομικής προσωπικότητας που διαφεύγει ή επιδιώκει να διαφύγει από τον έλεγχο της, όχι μόνο τους μηχανισμούς της «νόμιμης» βίας αλλά κι' αυτόν τον ίδιο τον εαυτό της.

Σύμφωνα με το πρώτο εφεύρημα, η αυτοκτονία ταυτίζεται με την «ψυχική αρρώστια» ή αποτελεί συνακόλουθό της.

Σύμφωνα με το δεύτερο εφεύρημα, η αυτοκτονία συνιστά «παράγωγο μιας επιβαρημένης κληρονομικότητας».

H απόπειρα αντίκρουσης αυτών των μύθων δεν αποτελεί ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση, τουλάχιστον για εκείνους που δεν αποδέχονται την αντίληψη «περί επιστημονικότητας» την οποία επιβάλλει η κατεξοχήν αντεπιστημονική «λογική» της εξουσίας.


α) Μύθος πρώτος: Η αυτοκτονία είναι δηλωτικό ή συνακόλουθο «ψυχικής αρρώστιας»

 

Το επιστημονικοφανές έναυσμα για την κατασκευή αυτού του μύθου υπήρξε κυρίως η ταξινόμηση των αυτοκτονιών με κριτήριο κάποιο νεφελώδες και απροσδιόριστο ψυχικό αίτιο που δήθεν τις προκαλεί, που έγινε από τον J-J Maureau de Tours στο δεύτερο μισό του Ι9ου αιώνα. Σύμφωνα μ’ αυτόν, η αυτοκτονία μπορεί να είναι:

1. Μανιακή, που έχει σαν αιτία της κάποια παραισθητική ή παραληρηματική ιδέα.

2. Μελαγχολική, που οφείλεται σε καταστάσεις μεγάλης πίεσης, αισθήματα λύπης, κενού, έλλειψης νοήματος, κλπ.

3. Έμμονη, που οφείλεται σε μια έμμονη ιδέα θανάτου.

4. Αυθόρμητη, που είναι προϊόν μιας στιγμιαίας παρόρμησης.

Παραληρηματική ιδέα, αισθήματα λύπης, έμμονη ιδέα θανάτου, στιγμιαία παρόρμηση... και με ταχυδακτυλουργικά «επιστημονικό» τρόπο, η εξουσία (δηλαδή η κύρια έκφραση των σχέσεων βίας που κυριαρχούν σε κάθε ανταγωνιστική κοινωνία) βγαίνει έξω από το παιχνίδι ή, καλύτερα, δεν παίρνει με κανένα τρόπο μέρος σ' αυτό.

Ανεξάρτητα απ’ το κατά πόσο είναι ή όχι άξιοι του μισθίου τους ο de Tours και οι επίγονοί του, γεγονός παραμένει ότι αυτό το ιδεολογικό κατασκεύασμα των απολογητών της εξουσίας, βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με την πραγματικότητα, γιατί:

1. Εάν η αυτοκτονία είναι συνακόλουθο της «ψυχικής αρρώστιας», θα έπρεπε να υπάρχει μια στατιστικά ευαπόδεικτη αναλογική σχέση μεταξύ των αυτοκτονιών και των «ψυχικών ασθενειών» σε κάθε δοσμένη κοινωνία. Που, βέβαια, δεν υπάρχει.

Γιατί σε κάθε κοινωνική ή θρησκευτική ομάδα, οι αυτοκτονίες και οι «ψυχικές ασθένειες» αποτελούν μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα.

● Ένα πρώτο παράδειγμα οι Εβραίοι, στους οποίους ο δείκτης «ψυχικών ασθενειών» εμφανίζει την υψηλότερη δυνατή τιμή, ενώ ο δείκτης των αυτοκτονιών έχει τη χαμηλότερη δυνατή τιμή.

● Ένα δεύτερο παράδειγμα, οι ευρωπαϊκές χώρες, για το σύνολο των οποίων ισχύει το στατιστικά εξαγόμενο συμπέρασμα ότι «όσο υψηλότερος είναι ο δείκτης των αυτοκτονιών, τόσο χαμηλότερος είναι ο δείκτης των ‘ψυχικών ασθενειών’, και αντιστρόφως».

2. Εάν η αυτοκτονία είναι συνακόλουθο της «ψυχικής αρρώστιας», θα έπρεπε να υπάρχει μια αναλογική σχέση μεταξύ της αυτοκτονίας και των ανδρών και των γυναικών που είναι έγκλειστοι στα ψυχιατρικά δεσμωτήρια. Που, βέβαια, δεν υπάρχει. Γιατί, ενώ

● η αναλογία μεταξύ των ψυχιατρικών εγκλείστων ανδρών και γυναικών είναι 45 προς 55,

● η αναλογία μεταξύ των ψυχιατρικών εγκλείστων ανδρών και γυναικών που αυτοκτονούν είναι 80 προς 20.

Εάν η αυτοκτονία είναι συνακόλουθο της «ψυχικής αρρώστιας» (όπως υποστηρίζουν οι ιδεολογικοί απολογητές της εξουσίας), πρέπει να συνιστά ένα πολύ «παράξενο» προϊόν αυτής της ‘αρρώστιας’ το οποίο αφορά, κατά κανόνα, τους άνδρες «ψυχικά άρρωστους» (πράγμα που σημαίνει ότι ακόμα κι έτσι, αυτή η θεώρηση βάζει σε πρώτο πλάνο το στοιχείο του φύλου και παραμερίζει το αντίστοιχο της «ψυχικής αρρώστιας»).

3. Εάν η αυτοκτονία είναι συνακόλουθο «ψυχικής αρρώστιας», θα έπρεπε να υπάρχει μια παρεμφερής σχέση ανάμεσα στις δήθεν συσχετιζόμενες έννοιες της αυτοκτονία και της «ψυχικής αρρώστιας» απ' τη μια μεριά, και στην ηλικία της εκδήλωσής τους από την άλλη. Που βέβαια, δεν υπάρχει.

● Σε ό,τι αφορά την «ψυχική αρρώστια», ο δείκτης της συχνότητάς της είναι χαμηλός κατά την παιδική ηλικία και την εφηβεία, εντυπωσιακά αυξημένος κατά την νεανική και ώριμη φάση της ζωής και σημαντικά μειωμένος μετά απ' αυτή. Ενώ

● Σε ό,τι αφορά την αυτοκτονία, ο δείκτης της συχνότητάς της εμφανίζει μια σταθερή αυξητική πορεία κατά την εξελικτική διαδρομή, από την παιδική προς τη γεροντική ηλικία.

Tο συμπέρασμα που βγαίνει από τα παραπάνω είναι προφανές: ανάμεσα στην «ψυχική αρρώστια» και την αυτοκτονία δεν υπάρχει καμιά αποδείξιμη σχέση αιτίου και αποτελέσματος και ούτε θα μπορούσε να υποστηριχθεί σοβαρά κάποια βάσιμη υποψία για τη διασύνδεσή τους.


β) Μύθος δεύτερος: Η αυτοκτονία είναι συνακόλουθο της κληρονομικότητας

 

Αυτό το δεύτερο επιστημονικοφανές ιδεολογικό εφεύρημα, θεμελιώθηκε στο συνδυασμό δύο ταξινομήσεων: της ταξινόμησης των ευρωπαϊκών φυλών που έκανε ο Μοrselli και της ταξινόμησης των αυτοκτονιών ανά φυλετική κατηγορία.

● Σύμφωνα με την ταξινόμηση των ευρωπαϊκών φυλών του Μοrselli, υπάρχουν τέσσερις (4) κύριοι ευρωπαϊκοί «φυλετικοί τύποι»:

- ο Γερμανικός (Γερμανοί, Σκανδιναβοί, Αγγλοσάξονες, Φλαμανδοί),

- ο Κελτο-ρωμαϊκός (Βέλγοι, Γάλλοι, Ισπανοί, Ιταλοί),

- ο Σλαβικός και

- ο Ουραλο-αλταϊκός (Μαγυάροι, Φιλανδοί).

● Σύμφωνα με την ταξινόμηση των αυτοκτονιών ανά φυλετική κατηγορία, από την άποψη της συχνότητας:

- πρώτος είναι ο Γερμανικός φυλετικός τύπος

- δεύτερος ο Κελτο-ρωμαϊκός,

- τρίτος ο Ουραλο-αλταϊκός και

- τέταρτος ο Σλαβικός.

Αυτή η σειρά θα έπρεπε να ισχύει σταθερά, εάν και εφόσον είναι έγκυρη η απόδοση της αυτοκτονίας σε οποιαδήποτε κληρονομική αιτιολογία. Πράγμα που βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με την πραγματικότητα.

1. Εάν η αυτοκτονία είναι συνακόλουθο της κληρονομικότητας, θα έπρεπε να εκδηλώνεται σε κάθε φυλετικό τύπο με τρόπο σταθερό, ανεξάρτητα από τις πολιτιστικές συνθήκες που επικαθορίζουν την ύπαρξή του. Πράγμα που δεν συμβαίνει. Γιατί, θα έπρεπε, για παράδειγμα, να υπάρχει μια παρεμφερής συχνότητα αυτοκτονιών μεταξύ των Γερμανών που ζουν στη Γερμανία και των Γερμανών που ζουν στην Ελβετία ή σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Που, βέβαια, δεν υπάρχει.

Όλα τα στατιστικά δεδομένα δείχνουν ότι η συχνότητα των αυτοκτονιών μεταξύ των Γερμανών που ζουν στη Γερμανία είναι σημαντικά υψηλότερη από την αντίστοιχη των Γερμανών που ζουν στην Ελβετία. Κι αυτή η στατιστική διαπίστωση ισχύει για όλους τους προαναφερθέντες «φυλετικούς τύπους» και όχι μόνο τον Γερμανικό.

2. Εάν η αυτοκτονία είναι συνακόλουθο της κληρονομικότητας, θα έπρεπε να εκδηλώνεται σε παρεμφερές ποσοστό και στα δύο φύλα. Που, βέβαια, δεν εκδηλώνεται. Γιατί, από τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα προκύπτει το συμπέρασμα ότι η αυτοκτονία αποτελεί μια (κατά κανόνα) «ανδρική υπόθεση», τόσο μεταξύ του «υγιούς» πληθυσμού όσο και μεταξύ των «ψυχικά ασθενών», όπως δείχθηκε πιο πάνω.

3. Εάν η αυτοκτονία είναι συνακόλουθο της κληρονομικότητας, θα έπρεπε να εκδηλώνεται στις πρώτες φάσεις της ζωής του ατόμου και όχι να αυξάνεται σταθερά με την πρόοδο της ηλικίας του (όπως συμβαίνει με όλες οι κληρονομούμενες δυσλειτουργίες ή ασθένειες).

Οι ορκισμένοι κληρονομιστές βρίσκονται σε πλήρη αδυναμία να εξηγήσουν αυτό το «παράξενο» είδος κληρονομικότητας, στην οποία οφείλεται μια κατάσταση (η αυτοκτονία) που, από την άποψη της εκδήλωσής της, φτάνει στα υψηλότερα επίπεδα συχνότητας κατά την γεροντική ηλικία.

Το συμπέρασμα που βγαίνει από την κριτική θεώρησης του δεύτερου εξουσιαστικού μύθου για την αυτοκτονία είναι προφανές: Ανάμεσα στην κληρονομικότητα και στην αυτοκτονία δεν υπάρχει καμιά αποδείξιμη σχέση αιτίου και αποτελέσματος και ούτε θα μπορούσε να διατυπωθεί οποιαδήποτε βάσιμη υπόνοια διασύνδεσής τους.


4. Αυτοκτονία και Οικογένεια, Σχολείο, Στρατός

 

Η πρόδηλη και ευαπόδεικτη γενική διαπίστωση ότι δεν υπάρχει καμιά αιτιακή σχέση ανάμεσα στην «ψυχική αρρώστια» και την κληρονομικότητα, θέτει επί τάπητος ένα αναπόφευκτο ερώτημα: Αφού η αυτοκτονία δεν συνδέεται με την «ψυχική αρρώστια» και την κληρονομικότητα, τότε με τι θα μπορούσε να συνδέεται;

Κατά την άποψή μου, η αυτοκτονία αποτελεί μια από τις δυνατές, ύστατες και απέλπιδες, αντιδράσεις της ατομικής προσωπικότητας απέναντι στη νοσογόνα δράση που ασκούν επάνω της οι διάφοροι κατασταλτικοί θεσμοί, ανάμεσα στους οποίους ιδιαίτερη θέση οι τρεις βασικοί κοινωνικοποιητικοί θεσμοί (οικογένεια, σχολείο, στρατός) οι οποίοι προετοιμάζουν το άτομο για την ένταξη και την ολοκληρωτική καθυπόταξή του στον ισχύοντα καταμερισμό εργασίας και την αλλοτριωτική, απρόσωπη, εξαρτημένη και καταναγκαστική εργασιακή δραστηριότητα που βρίσκει την ολοκλήρωσή της στη γενίκευση του καθεστώτος της μισθωτής δουλείας.

Αυτό το θεσμικό σύνολο που διαμορφώνει την ατομική προσωπικότητα με βάση τις επιταγές που απορρέουν από την κάθε φορά κυρίαρχη αντίληψη των συμφερόντων της ιδιοκτησίας και της εξουσίας, απαρτίζεται από την οικογένεια, το σχολείο και το στρατό.

1) Η οικογένεια είναι ο θεσμός που επιτελεί την πρωτογενή κοινωνικοποίηση του ατόμου. Στην εποχή μας, η οικογένεια, κάτω από την πίεση των κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων, έχει υποστεί μια πλήρη ανατροπή τόσο του θεσμικού της λειτουργίας, όσο και των παραδοσιακών ενδο-οικογενειακών ρόλων, σχέσεων και μορφών επικοινωνίας.

Υπάρχει άραγε κάποια σχέση ανάμεσα σ' αυτή την ανατροπή (που η έναρξή της τοποθετείται χρονικά στις αρχές του 20ου αιώνα) και στην αυτοκτονία;

Δυο δεδομένα συνηγορούν σε μια τέτοια συσχέτιση.

● Το πρώτο έγκειται στο γεγονός ότι ενώ η αυτοκτονία των παιδιών μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα αποτελεί σπάνιο φαινόμενο που δεν επισύρει την προσοχή των κοινωνιολόγων, από τις αρχές του 20ου αιώνα εμφανίζει μια ανησυχητική αυξητική πορεία που κορυφώνεται στις μέρες μας.

● Το δεύτερο έγκειται στο γεγονός της αντιστροφής της σχέσης μεταξύ άγαμων και έγγαμων αυτοχείρων. Ενώ μέχρι τα τέλη του προηγούμενου αιώνα ο δείκτης των αυτοκτονιών των άγαμων είναι σημαντικά υψηλότερος απ' τον αντίστοιχο των έγγαμων από τις αρχές του 20ου αιώνα η σχέση μεταξύ τους εμφανίζεται αντεστραμμένη.

2) Το σχολείο είναι ο θεσμός που πραγματοποιεί τη δευτερογενή κοινωνικοποίηση του ατόμου.

Το σχολείο, κάτω από την πίεση των οικονομικών εξελίξεων (που γίνονται προς όφελος των υφιστάμενων σχέσεων ιδιοκτησίας και εξουσίας), έχει υποστεί μια ριζική ανατροπή τόσο του θεσμικής του λειτουργίας, όσο και των ενδοσχολικών ρόλων και δομών που αντιστοιχούν σ' αυτή τη λειτουργία, στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης μιας συνεχώς μεταβαλλόμενης ανταγωνιστικής προσωπικότητας, σύμφωνα με τις διαρκώς μεταβαλλόμενες και εντεινόμενες απαιτήσεις για αποδοτικότητα, στις οποίες στηρίζεται η ανταγωνιστική εξουσιαστική κοινωνία.

Σε σχέση μ' αυτό, θα μπορούσαν να αναφερθούν δύο δεδομένα.

● Το πρώτο έγκειται στον συνεχώς αυξανόμενο δείκτη των παιδικών αυτοκτονιών.

● Το δεύτερο, αφορά στο στατιστικά εξαγόμενο δεδομένο του εντυπωσιακά υψηλού δείκτη αυτοκτονιών μαθητών στις περιόδους αύξησης των πιέσεων που τους ασκούνται (περίοδοι εξετάσεων, έκδοσης αποτελεσμάτων, κλπ).

3) O στρατός είναι ο κύριος θεσμός ολοκλήρωσης, εμπέδωσης και ελέγχου των αποτελεσμάτων της πρωτογενούς και της δευτερογενούς κοινωνικοποίησης,

O στρατός είναι ο μοναδικός ανάμεσα σε όλους τους κοινωνικούς θεσμούς, που σε ό,τι αφορά τη δομή, τον προσανατολισμό και τις σχέσεις του με την υπόλοιπη κοινωνία, εμφανίζει μια σταθερή αντίσταση στις επιδράσεις από τις συντελούμενες κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές.

Και μάλλον σ' αυτή τη «μοναδικότητά» του, θα πρέπει να αναζητηθούν οι λόγοι για τους οποίους σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, οι αυτοκτονίες των στρατιωτών είναι από 25% μέχρι 900% από τις αυτοκτονίες των πολιτών.


5. Αυτοκτονία και Στρατός

 

Ο στρατός δεν είναι απλώς ένας κατασταλτικός θεσμός ανάμεσα στους άλλους. Είναι ο κύριος κατασταλτικός θεσμός που επιβάλλεται στο κοινωνικό σώμα και αποτελεί το βασικότερο αντιστήριγμα του υπερθεσμού κράτος.

Με βάση την κοινωνιολογική διαπίστωση

α) ότι η κοινωνική συναίνεση διασφαλίζεται «με τη χρήση της βίας και με την καθιέρωση αξιών και κανόνων που γίνονται λίγο-πολύ αποδεκτοί από τα μέλη της κοινωνίας ως δεσμευτικοί κανόνες διαγωγής» (T. Bottomore) και

β) ότι ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο τρόπους ρύθμισης της συμπεριφοράς δεν υπάρχουν σαφή και ευδιάκριτα όρια γιατί «ο φυσικός εξαναγκασμός και η φυσική βία αποτελεί την ύστατη κύρωση του κανόνα»,

είναι προφανές ότι ένας θεσμός όπως ο στρατός (που κατέχει μονοπωλιακά το δικαίωμα του ύστατου λόγου στον φυσικό εξαναγκασμό και τη φυσική βία), δεν μπορεί παρά να αποτελεί και την έσχατη εγγύηση της εξουσίας που τον ελέγχει, όντας ταυτοχρόνως τμήμα της.

Και ως έσχατη εγγύηση της εξουσίας, ο στρατός είναι «φυσικό» να συντηρείται απ’ αυτή σε μια κατάσταση διαρκούς και απαραβίαστης στεγανότητας από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα, πράγμα που προκαλεί, και συγχρόνως ερμηνεύει, την απόλυτη ή σχετική αμεταβλητότητα του θεσμού «στρατός», ακόμα και κάτω από συνθήκες διαρκούς μεταβολής της κοινωνίας.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που η μεταβαλλόμενη κοινωνική πραγματικότητα εκφράζεται με τη βαθμιαία διαφοροποίηση όλων των κατασταλτικών θεσμών (οικογένεια, σχολείο, κ.α.) με εξαίρεση τον στρατό που τείνει να συντηρεί την κατάστασή του και να παραμένει ανεπηρέαστος.

Απ’ αυτή την άποψη, ο στρατός αποτελεί μια εξουσιαστικά σκόπιμη επιβίωση ενός θεσμού με πρωτόγονη δομή στα πλαίσια μιας κοινωνίας που εξελίσσεται συνεχώς. Με τον όρο θεσμός με πρωτόγονη δομή εξυπονοείται ένας θεσμός που οριοθετεί «μια συμπαγή μάζα, η οποία διατηρείται σε κατάσταση μάζας και η οποία μπορεί να συμπιέζει το άτομο, εμποδίζοντας κάθε ανεξάρτητη κίνησή του, δηλαδή, εμποδίζοντάς το να υπάρξει ως άτομο».

● Σ’ αυτό το επίπεδο, εκδηλώνεται μια πρώτη βασική αντίθεση ανάμεσα στον μαζικό χαρακτήρα του θεσμού «στρατός» και στον ατομικό χαρακτήρα εκείνων που καλούνται να τον επανδρώνουν.

Και όπως είναι «φυσικό», η λύση αυτής της αντίθεσης επιβάλλεται πάντα προς όφελος του θεσμού και σε βάρος του ατόμου, γιατί απλούστατα:

1) Ο στρατός αποτελεί μια θέσπιση που τείνει να παραμένει αμετάβλητη από την άποψη του προσανατολισμού και της δομής του, ενώ η ατομική προσωπικότητα αποτελεί ένα δυναμικό ολοκλήρωμα που τείνει να τροποποιείται διαρκώς υπό την επίδραση από ατομικών και ιστορικο-κοινωνικών παραγόντων.

Συνεπώς, με δεδομένη την αδυναμία να υφίστανται γνήσιες σχέσεις αλληλεπίδρασης ανάμεσα σ' ένα μη-μεταβαλλόμενο μηχανισμό και σε μια μεταβαλ­λόμενη προσωπικότητα, η οποιαδήποτε σχέση τους τείνει να είναι καταναγκαστική και μονόδρομη (από τον μηχανισμό προς την ατομική προσωπικότητα) και η οποιαδήποτε μεταβολή κάποιου απ’ αυτούς τους παράγοντες δεν μπορεί να αφορά παρά μόνο την προσωπικότητα.

2) Ο στρατός ως θεσμός με ιστορικά αμετάβλητη μαζική (δηλαδή, πρωτόγονη) διάρ­θρωση, λειτουργεί υποχρεωτικά στην κατεύθυνση της πλήρους μαζοποίησης του ανθρώπινου δυνα­μικού που συνδέεται μαζί του. Κι αυτή η λειτουργία του, που εξαρτάται πρωτίστως από τη δυνατότητα του να καταργεί την προσωπι­κή ταυτότητα των ατόμων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του και να την υποκαθιστά με μια μαζική ταυτότητα που εκφράζει όχι το άτομο αλλά το θεσμό, επιτυγχάνεται με την επιβολή της παθητικής πειθαρχίας και της απόλυ­της υποταγής που αποτελούν δύο βασικά εργαλεία για την επιδιωκόμενη μαζοποίηση του α­τόμου.

Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι ο στρατός διατηρεί αμετά­βλητη την «πρωτόγονη διάρθρωση» του ενώ η υπόλοιπη κοινωνία βρίσκεται σε κατάσταση διαρ­κούς μεταβολής, έχει ως αποτέλεσμα την εκδήλωση μιας δεύτερης βασικής αντίθεσης ανάμεσα στη γενική τάση της κοινωνίας που ενισχύει μια εντεινόμενη ατομικοποίηση και τη γενική τάση του θεσμού «στρατός» που κατατείνει σε μια ολοκληρωτική μαζοποίηση.

Η λύση αυτής της αντίθεσης, που λειτουργεί πάντα προς όφελος του θεσμού «στρατός» και σε βάρος της κοινωνίας, αποκτάει μια ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους κοινωνικής κρίσης οι οποίες δίνουν στο στρατό (με την μονολιθικότητα και τη μαζοποίηση που τον χαρακτηρίζουν) τη δυνατότητα να κυριαρχήσει στο κοινωνικό σώμα, επιβάλλοντας σ’ αυτό τις γενικές αρχές της δομής και του προσανατολισμού του. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη, και συχνά επαναλαμβανόμενη στην ιστορία, κατάσταση στρατιωτικοποίησης της κοινωνίας, που στην εποχή μας ενσαρκώνεται απ’ τους διάφορους ολοκληρωτισμούς, ανατολικού και δυτικού τύπου.

● Όπως είναι προφανές, πεδίο εκδήλωσης και έκρηξης αυτών των δυο αντιθέσεων (της ατομικής και της κοινωνικής) είναι το άτομο που ντύνεται τη στρατιωτική στολή.

Με βάση τα παραπάνω, είναι επιτρεπτή αλλά και δυνατή η απόπειρα ενός ορισμού του στρατιώτη: Στρατιώτης είναι ένας πρώην πολίτης που, ενώ γαλουχείται από την κοινωνία με βάση τις δικές της αξίες της εξατομίκευσης, βρίσκεται ξαφνικά κάτω από την πίεση της κοινωνικά επικυρωμένης απαίτησης για ολοκληρωτική άρνηση και απόρριψη αυτών των αξιών.

Αυτή η αντίφαση οδήγησε στην κοινωνιολογική εκτίμηση της ιδιότητας του στρατιώτη ως «μιας κατάστασης που αναπτύσσει μια ηθική σύσταση η οποία προδιαθέτει παντοδύναμα τον άνδρα να καταργήσει την ύπαρξή του».

Κι αυτή ακριβώς η «παντοδύναμη σύσταση» βρίσκεται στην αιτιολογία του γεγονότος ότι:

1) Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, η συχνότητα των αυτοκτονιών των στρατιωτών είναι από 25 μέχρι 900% από την αντίστοιχη των πολιτών.

2) Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες υπάρχει μια αναλογική σχέση μεταξύ της συχνότητας των αυτοκτονιών των στρατιωτών και του βαθμού ολοκληρωτικοποίησης και στεγανοποίησης του θεσμού στρατός.

Εκεί όπου ο στρατός έχει υποστεί ορισμένες ουσιαστικές διαφοροποιήσεις στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού του, η συχνότητα των αυτοκτονιών μεταξύ των στρατιωτών τείνει να πέσει στα επίπεδα της συχνότητας των αυτοκτονιών των πολιτών (τυπικό παράδειγμα η Δανία, όπου οι αυτοκτονίες των πρώτων υπερέχουν ελαφρά μόνο των αυτοκτονιών των δεύτερων). Αντιθέτως,

Εκεί όπου η μεταβαλλόμενη κοινωνική πραγματικότητα άφησε ανέγγιχτο τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του στρατού, οι αυτοκτονίες των στρατιωτών υπερτερούν των αυτοκτονιών των πολιτών από 25% μέχρι και 900%.

3) Η αυξανόμενη συχνότητα αυτοκτονιών των στρατιωτικών αφορά σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας (αξιωματικοί. υπαξιωματικοί, οπλίτες).

Χαρακτηριστικό απ’ αυτή την άποψη είναι το γεγονός ότι στην Ελλάδα, μεταξύ 1975- 1982, σημειώθηκαν 103 αυτοκτονίες στρατιωτικών, από τους οποίους οι 80 ήταν στρατιώτες και οι 23 αξιωματικοί και υπαξιωματικοί.

Αυτά τα δεδομένα, οδηγούν αναπόδραστα στο συμπέρασμα ότι ο στρατός, από την ίδια του τη φύση, αποτελεί στοιχείο που προωθεί την ανθρώπινη καταστροφική συμπεριφορά που είναι ενύπαρκτη στην κοινωνία του θεσμοποιημένου δίπτυχου ιδιοκτησία και εξουσία, μια από τις ιδιαίτερες εκφάνσεις της οποίας συνιστά και η αυτοκαταστροφική δραστηριότητα που καλύπτεται με την ετικέτα της αυτοκτονίας.


6. Μερικά συμπεράσματα

 

Από τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της αυτοκτονίας και ενός ορισμένου τύπου οργάνωσης της κοινωνίας, εξάγεται ως πρώτο γενικό συμπέρασμα ότι, με βάση τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, οι δείκτες της αυτοκτονίας, όπως και όλων των άλλων εκφάνσεων της κοινωνικά προσδιορισμένης ανθρώπινης καταστρεπτικότητας, δεν είναι δυνατόν να μειωθούν εάν δεν υπονομευτούν οι αιτίες της, πράμα που συνεπάγεται μια ανατροπή των εγκαθιδρυμένων νοσογόνων σχέσεων ιδιοκτησίας και εξουσίας.

Από τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ του στρατού και των άλλων κοινωνικών θεσμών αφενός και της αυτοκτονίας αφετέρου, προκύπτει ως δεύτερο ειδικό συμπέρασμα ότι οι αυτοκτονίες στο στρατό, είναι απολύτως δυνατό να περιοριστούν στη συχνότητα που χαρακτηρίζει την υπόλοιπη κοινωνία.

Αυτό μπορεί να γίνει εάν ξεπεραστεί ο αμετάλλακτος και αδιαφοροποίητος χαρακτήρας του στρατού, με τρόπο ώστε να αποβληθούν τα ιδιαίτερα «πρωτόγονα» χαρακτηριστικά του, με συνέπεια τη αποδοχή των διαφοροποιήσεων που επιβάλλονται σε όλους τους άλλους θεσμούς από τη μεταβαλλόμενη κοινωνική πραγματικότητα (γεγονός που θα έχει ως αποτέλεσμα την άρση των σημερινών βασικών αντιθέσεων ανάμεσα στη φύση, το χαρακτήρα και τη διάρθρωση του στρατού και τη φύση, το χαρακτήρα και τη διάρθρωση των άλλων κοινωνικών θεσμών).

Στην κατεύθυνση αυτή, σημαντικό ρόλο μπορεί να παίξει η επιδίωξη της «δημοκρατικοποίησης» των δομών του στρατού, με τρόπο ώστε να διασφαλιστεί τόσο η εξέλιξη του θεσμού με βάση τις συντελούμενες κοινωνικές μεταβολές, όσο και η δυνατότητα επιβίωσης της ατομικής προσωπικότητας στα πλαίσιά του. Για να κατακτηθεί όμως αυτός ο στόχος πρέπει να διασφαλιστεί:

α) Η δυνατότητα της κοινωνίας να παρεμβαίνει αποφασιστικά σ’ αυτό το θεσμό, με τη νομιμoποίηση του δικαιώματος των άμεσα ενδιαφερόμενων και των διαφόρων κοινωνικών οργανώσεων να ασκούν έλεγχο σε κάθε περίπτωση παραβίασης των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων των ένστολων πολιτών.

β) Η δυνατότητα να αναπτυχθεί ελεύθερη συνδικαλιστική δράση από την πλευρά των στρατευμένων. Ως έναυσμα για την πυροδότηση αυτής της διαδικασίας θα μπορούσε να λειτουργήσει η διεκδίκηση του δικαιώματος των κοινωνικών φορέων και των κινημάτων κοινωνικής κριτικής να παρεμβαίνουν σ’ αυτόν τον στεγανοποιημένο θεσμό. Αυτό, θα έβαζε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας το ζήτημα του στρατού και του τρόπου λειτουργίας του, και, συγχρόνως, θα λειτουργούσε υποστηρικτικά στο κίνημα των στρατιωτών που σήμερα βρίσκεται σε εμβρυώδη κατάσταση. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσια, θα ήταν δυνατό να εξεταστεί το ενδεχόμενο της προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση παραβίασης των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων των ένστολων πολιτών, πράγμα που θα λειτουργούσε σαν ένας υπολογίσιμος παράγοντας πίεσης για την αποδοχή των αιτημάτων των κινημάτων κοινωνικής κριτικής και των στρατιωτών.

Η προσπάθεια να στηριχτεί η ανεκδοτολογική άποψη ότι η αυτοκτονία αποτελεί ένα καθαρά «προσωπικό ή ατομικό ζήτημα», που μπορεί να αναχθεί σε αντικείμενο ψυχολογικών ή θεατρικών «ερμηνειών» είναι ο κοινός παρονομαστής όλων των ιδεολογικών απολογητών της εξουσίας που έχουν κάθε λόγο να συσκοτίζουν το πρόβλημα ενοχοποιώντας το άτομο και απενοχοποιώντας τον μείζονα εργοδότη τους.

Σ' αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι φαεινές ερμηνείες διαφόρων πανεπιστημιακών «δασκάλων» που είναι φορείς μιας φασίζουσας μικροαστικής ιδεολογίας, η οποία κατατείνει στη δικαιολόγηση της ενδυνάμωσης της κρατικής εξουσίας, πράγμα που (εξ’ αντικειμένου) συνεπάγεται την αποδυνάμωση και τον περιορισμό των, ήδη ασφυκτικά περιορισμένων, ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Αυτοί, με μια «επιχειρηματολογία» περιοδικών ποικίλης ύλης, προβάλλουν τις αυτοκτονίες στο στρατό ως αποτέλεσμα του «γονεϊκού νταντέματος των καλομαθημένων κανακάρηδων», αποκρύβοντας σκόπιμα το γεγονός ότι κατά κανόνα οι αυτοκτονίες αυτές αφορούν σε νέους που προέρχονται από μη-προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, στα οποία οι ταξικές συνθήκες ύπαρξης και η σκληρή ενδο-οικογενειακή ιεραρχία που τους αντιστοιχεί, δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια «νταντέματος» ή ή υπερπροστασίας.

Στο ίδιο λογικό πλαίσιο ανήκουν και οι «ερμηνείες» των διαφόρων ερασιτεχνών του «ψυχοδράματος της αυτοκτονίας», οι οποίοι γελοιοποιούν και αποδυναμώνουν το κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο, τη σημασία, το μήνυμα και τη ριζικά ανατρεπτική δύναμη που εμπεριέχει η εξουσιαστική δολοφονία που καλύπτεται με την ετικέτα της «αυτοκτονίας», προβάλλοντάς την ως «ένα δράμα που παίζεται σε μια σκηνή, στην οποία υπάρχει μόνο το άτομο που αποφασίζει να αυτοκτονήσει». Τέτοιου είδους «ερμηνείες», είναι τυπικά προϊόντα μιας πλήρους διανοητικής διαστροφής των λογικών σχέσεων μεταξύ της πραγματικής ζωής και της θεατρικής σκηνής, διαμέσου της οποίας, η πρώτη εμφανίζεται αυθαίρετα ως παράγωγο της δεύτερης.

Η αυτοκτονία ως γενικό κοινωνικό φαινόμενο (και η αυτοκτονία των στρατιωτών ως ειδική έκφρασή του) δεν αποτελεί προσωπικό ζήτημα, θεατρικό δράμα ή προϊόν ψυχικής διαταραχής, όπως υποστηρίζεται από τους «διανοούμενους» απολογητές της εξουσίας. Είναι η ακραία εκδήλωση ενός κοινωνικού και πολιτικού προβλήματος. Και μόνο σαν τέτοιο είναι δυνατό να διερευνηθεί και να αντιμετωπιστεί.


Σημείωση: Το παρόν κείμενο στηρίζεται βιβλιογραφικά στις μελέτες των Durkheim E.: Aυτοκτονία (τίτλος της ελληνικής έκδοσης «Οι κοινωνικές αιτίες της αυτοκτονίας»), Durbin L. & B. Bunzel: Nα ζει κανείς ή να μη ζει: Μια μελέτη της αυτοκτονίας, Freud S.: Ο πολιτισμός πηγή δυσφορίας, Fromm E.: Η ανατομία της ανθρώπινης καταστροφικότητας, Jiegler J.: Οι ζωντανοί και ο θάνατος, Kaplan, Fredman, Sadock: Εγχειρίδιο ψυχιατρικής (τόμος 2ος έκδ. 3η, 1981), Roalfe W.: Η ψυχολογία της αυτοκτονίας, Καστοριάδης Κ.: Συζήτηση με τους αγωνιστές του PSU, 12.1.1974 (περιλαμβάνεται στα «Κείμενα», Νο 4, μετάφραση Β. Τομανάς) και σε ορισμένα δημοσιεύματα ημερήσιου και του περιοδικού τύπου.

Όπου δεν υπάρχει ειδική υποσημείωση, όλοι οι αστερίσκοι παραπέμπουν στην προαναφερόμενη μελέτη του E. Durkheim.