Εγγραφή στο Newsletter - Μην εμπιστεύεστε τα Social Media!

 

Εκδοτική Θεσσαλονίκης, 1990

 

 

Πρόλογος ΕΞΟΥΣΙΑ & ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑ

Μέρος 1 ΔΥΤΙΚΗ & ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ

Μέρος 2 ΕΛΛΑΔΑ: ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

Μέρος 3 ΚΑΝΝΑΒΗ

Μέρος 4 ΜΕΘΑΔΟΝΗ

Μέρος 5 ΨΕΥΤΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ

Μέρος 6 B. SUGARMAN: DAYTOP

ΠΙΝΑΚΕΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ : ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑ

 

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

2. ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑ

1. Η τοξικομανία της εξουσίας

2. Και η εξουσία της τοξικομανίας

3. H ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑΣ

1. Οικονομική σημασία

2. Πολιτική σημασία

3. Ιατρική σημασία

4. ΚΙ ΟΜΩΣ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΥΣΗ

 

Μέρος 1. ΔΥΤΙΚΗ & ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ

 

1. ΔΥΤΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

2. ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ στην Επιτροπή του Ευρωπ. Κοινοβουλίου (1986)

3. ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1986)

4. ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ (1986)

5. ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΤΟΥ 1986

α) Γενική αποτίμηση

β) Η αποτυχία της κατασταλτικής πολιτικής

γ) Ξορκίζοντας τη φιλελευθεροποίηση

δ) Η κάνναβη στο στόχαστρο

6. ΟΛΛΑΝΔΙΑ: ΟΙ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ

 

2. ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ

1. ΑΛΚΟΟΛΙΣΜΟΣ: ΑΝΩΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΟΥ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΣΜΟΥ;

2. ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ

3. H ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑ

4. ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 

Μέρος 2. ΕΛΛΑΔΑ: ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

 

1. ΕΛΛΑΔΑ: Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΘΩΡΑΚΙΣΗ ΤΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ

1. Ο ΝΕΑΝΤΕΡΤΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

2. Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 1729/1987 «ΠΕΡΙ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ»

α) Η αντίδραση του Δήμου Θεσσαλονίκης

β) Η αντίδραση του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

γ) Η ψήφιση του νόμου

 

2. ΕΚΘΕΣΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ (1986)

1. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

2. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

α) Η γλώσσα: «Mεταγλώττιση» στη δημοτική

β) Ο στόχος: Γραφειοκρατικοποίηση και καταστολή

γ) Η μέθοδος: Διασπάσεις, αναδιατάξεις, προσθήκες

δ) Η δομή και ο χαρακτήρας

ε) Η επιστημονική ασυνέπεια: Αντιφάσεις, συγχύσεις, ανακολουθίες

3. Η ΠΟΙΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

4. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

5. ΠΙΝΑΚΕΣ

Πίν. 1: Σύγκριση του Νομοσχεδίου 1986 και του Ν.Δ. 743/1970

Πίν. 2: Σύγκριση του Ν.Δ. 743/1970 και του Νομοσχεδίου 1986

Πίν. 3: Εκθέσεις κυβερνητικών επιτροπών για την κάνναβη

Πίν. 4: Αποποινικοποίηση της χρήσης της Κάνναβης

Πίν. 5: Αποτελέσματα της Αποποινικοποίησης (Καλιφόρνια, ΗΠΑ)

 

3. ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ: ΕΝΑ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

1. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ

2. ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΑΣ ΤΟΛΜΗΣΟΥΜΕ

3. ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΕΣ ΟΥΣΙΕΣ: ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

 

Μέρος 3. ΚΑΝΝΑΒΗ

 

1. ΚΑΝΝΑΒΗ

1. Ιστορικά στοιχεία και ιατρικές χρήσεις

2. Τα ψευδολογήματα των «σταυροφόρων» της καταστολής

- Κάνναβη και «τοξικομανία»

- Η κάνναβη «προστάδιο» της ηρωϊνης

- Κάνναβη και «εγκεφαλική ατροφία»

- Κάνναβη και «βλάβη των χρωμοσωμάτων»

- Κάνναβη και άλλα τινά

3. Επίσημες Εκθέσεις γιά την Κάνναβη

- Η Εκθεση της Επιτροπής του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου (1986)

4. Συμπέρασμα

 

2. ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΑΣ

(ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΝΝΑΒΗ)

1. ΕΛΛΑΔΑ

2. ΗΠΑ

 

Μέρος 4. ΜΕΘΑΔΟΝΗ

 

 

Μέρος 5. ΨΕΥΤΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ

 

1. DAYTOP-ΙΘΑΚΗ: ΕΝΑ ΚΟΛΑΣΤΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ

1. Εισαγωγικά: Δυο λόγια για το Daytop

2. «IΘΑΚΗ»: Τα όρια της «θεραπευτικής» απάτης

3. Συλλογική απενοχοποίηση της προσωπικής και εξουσιαστικής ενοχής

4. David Deitch: Προβλέπω έκρηξη

5. Daytop-Ιθακη: Μια αυτοπροσωπογραφία του ολοκληρωτισμού

6. Daytop-Ιθακη: Ενας «προοδευτικός» ολοκληρωτισμός

- Σκόπιμη ανακρίβεια 1η: Η πατρότητα της «ιδέας»

- Σκόπιμη ανακρίβεια 2η: Περί CIA και DEA

- Λογική ανακολουθία 1η: Δεξιός «αριστερισμός»

- Λογική ανακολουθία 2η: Περί «ελεύθερης αγοράς»

- Λογική ανακολουθία 3η: «Το κρέας είναι ψάρι»

- Μια «μομφή» : Περί Μπηχαβιορισμού

 

2. «ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ» ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ DAYTOP: Η ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

1. Εν αρχη ην το ψεύδος

2. Η δήθεν αποτελεσματικοτητα των Προγραμματων Daytop

- Η Κοινότητα Liberty Park Village

- Η Κοινότητα Phoenix House

3. O ολοκληρωτισμος αυτοαποκαλυπτεται

 

3. ΕΛΛΑΔΑ: ΚΕ.Θ.Ε.Α. Η ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ

1. Ο «θεραπευτικός» μονοθεϊσμός

2. Οι παρενέργειες του «θεραπευτικού» μονοθεϊσμού

- Ο αυτοαφοπλισμός της κοινωνίας

- Η ψευτοθεραπευτική προπαγάνδα

3. Τι είναι επιτέλους το Daytop-Ιθάκη: 7 βασικές ερωταπαντήσεις

4. Αντί για επίλογο: «Εκ Βαθέων»

 

Μέρος 6. BURRY SUGARMAN: DAYTOP

 

1. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ DAYTOP ΤΟΥ BARRY SUGARMAN

1. Οι ελληνικές «περιπέτειες» του Daytop και του Barry Sugarman

2. Δυο λόγια για το Daytop του Barry Sugarman

3. Μichel Foucault: Η Ποινική Αποικία

 

2. BURRY SUGARMAN, DAYTOP : ΕΚΤΕΝΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

1. Προλογικά

2. Εντυπώσεις και Στατιστική

3. Καλώς ήρθες στο «Πανοπτικόν»

- Υποδοχή: Ανάκριση δεύτερου βαθμού

- Απαγορεύσεις

- Κίνητρα: Ενας «απαρχαιωμένος» Μπηχειβιορισμός

4. Το οργανωτικό πλαίσιο: Stalag 6C

- Φύση του Daytop : Ενας Ολοκληρωτικός Θεσμός

- Πρόγραμμα: Τεχνικές Πλύσης Εγκεφάλου

- Πρωινή Συνάντηση: 1. Η Υπνοπαιδεία

- Πρωινή Συνάντηση: 2. «Παρατηρήσεις» και «Ανακοινώσεις»

- Δουλειά και Επιτήρηση : Arbeit Macht Frei

- Μετά τη δουλειά : «Φαρενάιτ 451» και «Αναμείξου»

- Σεμινάρια : Λειτουργική και Κατήχηση

- Υποδοχή των Επισκεπτών: Ο ολοκληρωτισμός καλωπίζεται

5. Ιεραρχία, Ελεγχος, Εξουσία, Κυρωσεις

- Iεραρχική Δομή: Οι Κομμισσάριοι κι οι Γιόγκι

- Κοινωνικός Ελεγχος

- Κυρώσεις: Προνόμια, Προαγωγές, Διαπομπεύσεις

- Δηλώσεις Υποταγής και Ομολογίες Ενοχής

6. Αντιπαραθετικές ομάδες: Το δίλεπτο του μίσους

- Αντιπαραθετικές Ομάδες: 1. Ο «Γκουρού» και το «Αλογο»

- Αντιπαραθετικές Ομάδες: 2. Οι ρόλοι

7. «Θεραπεία»: Ενας μεταμφιεσμένος καταναγκασμός

8. Βασικές απαιτήσεις της «κοινότητας»

- Το Τείχος του αίσχους μεταξύ «κοινότητας» και κοινωνίας

- «Ιδεολογία» του Daytop: Ενας έσχατος απλοϊκισμός

- Κοινωνική Οργάνωση του Daytop: Το ιδεώδες της «Κυψέλης»

9. Το ανθρωποβόρο «μυστικό» του Daytop

- Προϋπόθεση της ύπαρξής του: Η εξαθλίωση και η δίωξη των χρηστών

- Η Εξουσία είναι κι αυτή Ναρκωτικό

 

ΠΙΝΑΚΕΣ

1. Τα κινήματα «αναγέννησης»

2. H «Ομαδα των Ουασιγκτόνιων» (1840): Οι 6 «αρχές» ή «η Ιδέα»

3. H «Ομάδα της Οξφόρδης» (1938)

4. Oι «Ανώνυμοι Αλκοολικοί» (1939): Τα 12 Βήματα

5. Oι Ανώνυμοι Αλκοολικοί (1955): Τα 10 κοινά σημεία

6. Oι ψευτοθεραπευτικές κοινότητες τύπου Synanon (1958) και Daytop (1963)

- Η «άγραφη» -απλοϊκή- φιλοσοφία του Daytop (1965)

- Η «Επιπρόσθετη Φιλοσοφία» του Daytop (1966)

7. Τα κοινά σημεία όλων των «κινημάτων»

- Οι 3 κοινοί παρονομαστές των «κινημάτων»

- Τα 4 «απόλυτα»

- Οι 8 «αρχές»

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (ΕΠΙΛΟΓΗ)


Ευχαριστίες

Στη γυναίκα μου Αλεξάνδρα για την απολύτως καθοριστική συμμετοχή της σε ό,τι συνεπάγεται η επαγγελματική, θεωρητική, κοινωνική και πολιτική ενασχόλησή μου με το πρόβλημα των ναρκωτικών.


 

Αφιερώνεται

Στη μνήμη του πατέρα μου γιατρού Δημοσθένη Γρίβα, που δολοφονήθηκε στις 20 Ιουνίου 1947,σε ηλικία 34 ετών, με απόφαση των ένστολων φονιάδων του Εκτάκτου Στρατοδικείου Καρδίτσας.

Ένα από τα χιλιάδες θύματα της συνδυασμένης παρόξυνσης της εξουσιοφρένειας της κρατικής εξουσίας και της κομμουνιστικής «αριστεράς» που αιματοκύλησαν ανενδοίαστα αυτό τον τόπο, στο βωμό ενός αποτρόπαιου και ανθρωποβόρου πειραματισμού που αποσκοπούσε στη διαπίστωση της αντοχής του στάτους κβο που προέκυψε από τη Συμφωνία της Μόσχας (10-10-1944) και της Γιάλτας (12-2-1945).

 

 

Ο Βολταίρος είχε πει: «Δε συμφωνώ με ότι λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες».

Αλλά ποιος θα πει σήμερα: «Δε συμφωνώ με ότι παίρνεις, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το παίρνεις»;

Όμως νομίζω ότι το δικαίωμα να παίρνει κανείς ότι θέλει, είναι πιο στοιχειώδες απ' το δικαίωμα να λέει ότι θέλει. Γιατί είναι δυσκολότερο να βλάψεις έναν τρίτο παίρνοντας κάτι, απ' ότι λέγοντας κάτι.

Σε μια ελεύθερη κοινωνία, το κράτος δεν έχει καμιά δουλειά με το ποιες ιδέες βάζουν οι άνθρωποι στο κεφάλι τους. Θα έπρεπε επίσης να μην έχει καμιά δουλειά και με το ποιες ουσίες βάζουν στο οργανισμό τους.

Τhomas Szasz

 

 

Φαρμακο-καταχρησιολογία εξαρτησιολογία] είναι η διάγνωση και η θεραπεία της φαρμακευτικής κατάχρησης, ένας κλάδος της ψυχοπαθολογίας και της ψυχοθεραπείας. Είναι η θεωρία και η τεχνική της αποδιοπόμπησης των ατόμων που ετικετάρονται ως «ναρκομανείς». Οι βασικές αρχές και η πρακτική του μετασχηματισμού των φαρμάκων σε «ναρκωτικά», των ακίνδυνων ατόμων σε επικίνδυνους «ναρκομανείς», των άσχετων γραφειοκρατών σε ιατρικούς ειδικούς, και των χρημάτων των φορολογούμενων σε μισθούς των φαρμακο-καταχρησιολόγων. Στις δεκαετίες του '60 και του '70, το καλύτερο πεδίο δράσης της ιατρικής μαφίας.

Thomas Szasz


 

Κανένα φάρμακο δεν μπορεί να επεκτείνει τη συνειδητότητα. Το μόνο πράγμα που μπορεί να επεκτείνει είναι τα κέρδη της εταιρείας που το παράγει (Thomas Szasz) και της εξουσίας που καθορίζει τα πλαίσια της παραγωγής, της διακίνησης και της εμπορίας του...

 

Η επαγγελματική και πολιτική προσέγγιση του εξουσιαστικά κατασκευασμένου «προβλήματος των ναρκωτικών», μου επιτρέπει την (καθόλου παρακινδυνευμένη) πρόβλεψη ότι στα προσεχή λίγα χρόνια σε όλη την έκταση του «αναπτυγμένου» κόσμου, η κατασταλτική αντιμετώπιση της εξάρτησης θα αποτελεί ένα εφιαλτικό παρελθόν για το οποίο θα πρέπει να ντρέπονται οι σημερινοί «σταυροφόροι» της...

Κλεάνθης Γρίβας

Σύνοδος της Διεθνούς Αντιαπαγορευτικής Ένωσης (LIA), Αθήνα 18.11. 1989

 

 

Κλεάνθης Γρίβας: Μια φωνή από το παρελθόν (1982)

 

(εφημ. Θεσσαλονίκη, 26 Ιουνίου 1982)

 

Η εξάρτηση από ψυχοτρόπες ουσίες αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα:

 

Ένα νόμιμο, που αφορά τις ουσίες οι οποίες προωθούνται από την κρατική και οικονομική εξουσία (φάρμακα, αλκοόλ, καπνός, κ.α.) με σκοπό τη πραγματοποίηση του μέγιστου δυνατού κέρδους και την αδρανοποίηση των χρηστών τους. Και,

 

Ενα παράνομο, το οποίο αφορά τις εκτός νόμου ουσίες, και το οποίο

α) εξαλείφει κάθε διάθεση και δυνατότητα αποτελεσματικής εναντίωσης στις αυθαιρεσίες της εξουσίας,

β) ενισχύει διαρκώς τη ισχύ των μηχανισμών καταστολής, και

γ) λειτουργεί υποστηρικτικά στην προαγωγή τόσο της νόμιμης όσο και της παράνομης εξάρτησης.

Αυτό σημαίνει ότι η ποινικοποίηση της χρήσης των «ναρκωτικών» μεταθέτει το κέντρο βάρους του προβλήματος από την κοινωνική και ιατρική φροντίδα στην αστυνομική καταπίεση. Και συνεπώς, λειτουργεί προς όφελος του τριπτύχου παράνομη εξάρτηση και μαύρη αγορά - νόμιμη εξάρτηση - κρατική εξουσία και σε βάρος των των χρηστών και της κοινωνίας.

 

Πρώτη προϋπόθεση για οποιαδήποτε θαρραλέα αντιμετώπιση του προβλήματος των «ναρκωτικών» είναι η αποποινικοποίηση της χρήσης όλων των ψυχοτρόπων ουσιών, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της μαύρης αγοράς και των ποικίλλων συμφερόντων που συνδέονται μαζί της.

 

Δεύτερη προϋπόθεση είναι η δημιουργία Κέντρων Απεξάρτησης (που είναι ανύπαρκτα στη χώρα μας σήμερα), στα οποία η απεξάρτηση θα γίνεται με τη θέληση του ενδιαφερόμενου.

Σ' εκείνους που δεν επιθυμούν να υποβληθούν σε απεξάρτηση, θα χορηγείται η ουσία από την οποία είναι εξαρτημένοι ή κάποιο υποκατάστατό της, με ιατρική κάλυψη. Αυτό θα χτυπήσει καίρια τη μαύρη αγορά, θα αποδυναμώσει την ισχύ των κατασταλτικών μηχανισμών, και θα μειώσει δραστικά την εγκληματικότητα και τους θανάτους που συνδέονται άμεσα με τις άθλιες συνθήκες της παρανομίας των ουσιών και των χρηστών τους.

 

Τρίτη προϋπόθεση είναι η ειλικρινής ενημέρωση των πολιτών στο θέμα της ψυχοτρόπων ουσιών, με βάση τα δεδομένα της επιστημονικής έρευνας και όχι τη δαιμονολογία της εξουσίας.


Τα «ναρκωτικά» αποτελούν πρόβλημα για κάθε κοινωνία που έχει ανάγκη από την ύπαρξη αυτού του προβλήματος. Και υπάρχει μόνο ένας δρόμος για την περιστολή των κινδύνων που συνδέονται με τη χρήση τους.

Κλεάνθης Γρίβας

Εφημ. Θεσσαλονίκη, 26 Ιουνίου 1982

 

 


ΠΡΟΛΟΓΟΣ:

ΕΞΟΥΣΙΑ & ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑ

 

 

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

2. ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑ

1. Η τοξικομανία της εξουσίας

2. Η εξουσία της τοξικομανίας

3. H ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑΣ

1. Οικονομική σημασία

2. Πολιτική σημασία

3. Ιατρική σημασία

4. ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΥΣΗ

 

 

Ο Βολταίρος είχε πει: «Δε συμφωνώ με ότι λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες». Αλλά ποιος θα πει σήμερα: «δε συμφωνώ με ότι παίρνεις, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το παίρνεις»;

Όμως νομίζω ότι το δικαίωμα να παίρνει κανείς ότι θέλει, είναι πιο στοιχειώδες απ' το δικαίωμα να λέει ότι θέλει. Γιατί είναι δυσκολότερο να βλάψεις έναν τρίτο παίρνοντας κάτι, απ' ότι λέγοντας κάτι.

Σε μια ελεύθερη κοινωνία, το κράτος δεν έχει καμιά δουλειά με το ποιες ιδέες βάζουν οι άνθρωποι στο κεφάλι τους. Θα έπρεπε επίσης να μην έχει καμιά δουλειά με το ποιες ουσίες βάζουν στο οργανισμό τους.

Τhomas Szasz

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

 

Ενσωματωμένες στην κουλτούρα των κοινωνιών του παρελθόντος, οι διάφορες φυσικές ψυχοτρόπες ουσίες δεν αποτελούσαν πρόβλημα και, συνεπώς, δεν θεωρούνταν επικίνδυνες για το κοινωνικό σύνολο, γιατί η ενσωμάτωσή τους στην κοινωνική ζωή είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία και τη λειτουργία διαφόρων μηχανισμών αυτορρύθμισης της χρήσης τους, με τρόπο που δεν υπονόμευε αλλά αντίθετα ενδυνάμωνε την κοινωνική συνοχή.


Κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος της μαζικής τελετουργικής χρησιμοποίησής τους στα θρησκευτικά μυστήρια όλων σχεδόν των λαών: Οι διάφορες φυσικές ψυχοτρόπες ουσίες αποτελούν μια από τις εν χρήσει δυνατότητα για την ικανοποίηση της θεμελιώδους ανάγκης του ανθρώπου να υπερβαίνει τα όρια της ύπαρξής του ή να ξεφεύγει από διάφορες καταστάσεις δυσαρέσκειας και πόνου ή απλώς να βιώνει καινούργιες εμπειρίες.


Με το πέρασμα στο βιομηχανικό πολιτισμό ο οποίος χαρακτηρίζεται από μια μονοδιάστατη παραγωγική λογική (που τείνει να επιβάλει την εργασιακή αποδοτικότητα ως έσχατο κριτήριο όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων) και ένα κατεξοχήν αντι-ηδονιστικό πνεύμα (που τείνει να καταξιώσει την «αρχή της πραγματικότητας», εκμηδενίζοντας την «αρχή της ευχαρίστησης»), σημειώνεται η «μεγάλη ρήξη» με την παραδοσιακή θεώρηση και αντιμετώπιση των διαφόρων φυσικών ψυχοτρόπων ουσιών που βρίσκεται σε διάσταση μ' αυτή την παραγωγική λογική.


Έτσι, ταυτόχρονα με την εμφάνιση στο ιστορικό προσκήνιο των βασικών στοιχείων που συνθέτουν την ανταγωνιστική κοινωνία στην καπιταλιστική φάση της εξέλιξή της (κεφάλαιο, έθνος, κράτος), οι φυσικές ψυχοτρόπες ουσίες γίνονται για πρώτη φορά εναλλασσόμενα και εναλλακτικά αντικείμενα συστηματικών διώξεων από τους εκάστοτε, κατά τόπους, διαχειριστές της εξουσίας:


Τον 17ο αιώνα ποινικοποιείται η χρήση του Καφέ (ο πρίγκηπας Waldeck προσφέρει «10 τάλιρα σε όποιον καταδίδει ένα πότη καφέ»), αρχίζει η συστηματική δίωξη του Καπνού (που απαγορεύεται στα κρατίδια της Ζυρίχης, της Βαυαρίας και σε όλη την έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ στη Ρωσία ο τσάρος Μιχαήλ Φεντόροβιτς θεσπίζει την ποινή του θανάτου για τους κατόχους του), και εμφανίζονται οι πρώτοι νόμοι κατά του Αλκοόλ (Αγγλία, 1690).


Από τον 17ο αιώνα μέχρι σήμερα, η ιστορία των σχέσεων της εξουσίας με τις διάφορες φυσικές ψυχοτρόπες ουσίες εξελίσσεται ως μια αλυσίδα διαδοχικών ποινικοποιήσεων και αποποινικοποιήσεων, σύμφωνα με τα συμφέροντα, τις σκοπιμότητες και τις επιταγές των εκάστοτε φορέων της εξουσίας.


Η σημερινή εξουσιαστική απόρριψη του εξαρτημένου, δεν αποτελεί πρωτόγνωρο φαινόμενο στην ιστορία:


Κάθε εξουσία, προκειμένου να διατηρήσει την εσωτερική της συνοχή, έχει ανάγκη από έναν (πραγματικό ή φανταστικό, εσωτερικό ή εξωτερικό) εχθρό, εναντίον του οποίου μεθοδεύει τη συμπαράταξη και την εκτόνωση της δυσαρέσκειας της πλειοψηφίας των μελών της κοινωνίας, με αποτέλεσμα να ενισχύεται ό,τι υποτίθεται πως την ενοποιεί και να αποδυναμώνεται ό,τι υποτίθεται πως τη διασπά.


Ακριβώς, επειδή ανταποκρίνεται σε μια ζωτική ανάγκη της εξουσίας, ο Αποδιοπομπαίος Τράγος, όταν δεν υπάρχει, πρέπει να εφευρίσκεται ή να κατασκευάζεται. Όπως αναγνωρίστηκε κι από τον Γκαίμπελς, έναν από τους πρωτεργάτες της σύγχρονης βιομηχανίας κατασκευής αποδιοπομπαίων τράγων, «ο Εβραίος κι αν ακόμα δεν υπήρχε, θα έπρεπε να ανακαλυφθεί».


Τρεις είναι οι μεγάλοι σταθμοί της Ευρωπαϊκής ιστορίας των τελευταίων 8 αιώνων, στην εξουσιαστική κατασκευή και καθιέρωση αποδιοπομπαίων τράγων:


Η «ανακάλυψη» της Μαγείας και της Αίρεσης κατά το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, που εκφράστηκε με το κυνήγι και την εξόντωση των «μαγισσών» και των «αιρετικών».


Η «ανακάλυψη» της Τρέλας στα Νεώτερα χρόνια, που εκφράστηκε με το κυνήγι και την εξόντωση των «ψυχασθενών». Και,


Η «ανακάλυψη» της Εξάρτησης στη σύγχρονη εποχή, που εκφράζεται με το κυνήγι και την εξόντωση των εξαρτημένων. Ενώ,


Στο περιθώριο αυτής της διαδικασίας, υπάρχει πάντοτε ο Εβραίος, ως συμπληρωματικός και ανά πάσα στιγμή πρόχειρος αποδιοπομπαίος.


Σε όλες τις περιπτώσεις αποδιοπόμπησης, το κεντρικό πρόβλημα είναι πάντα η βία.

Η βία της Ιερής Εξέτασης και του Ποινικού Δικαίου εναντίον της «μάγισσας» και του «αιρετικού».

Η βία της Ψυχιατρικής και του Ποινικού Δικαίου εναντίον του «ψυχασθενή»,

Η βία της Ιατρικής και του Ποινικού δικαίου εναντίον του χρήστη των απαγορευμένων ουσιών. Μ' άλλα λόγια,

Η βία του θύτη-«θεραπευτή» εναντίον του θύματος-«θεραπευό-μενου». Πράγμα που σημαίνει,

Η βία της Εξουσίας εναντίον της ατομικής προσωπικότητας, μια βία που παντού και πάντοτε αναπαράγει διευρυμένα τα προβλήματα που υποτίθεται ότι λύνει.


Το συμπέρασμα από μια τέτοια θεώρηση του ζητήματος, είναι μάλλον προφανές: Η θεμελιώδης προϋπόθεση για τη λύση του προβλήματος που συνδέεται με τον εκάστοτε αποδιοπομπαίο τράγο, είναι η άρση της βίας που το καθορίζει. Και προς αυτή την κατεύθυνση, δεν υπάρχει άλλος δρόμος εκτός από εκείνον που περνάει μέσα από την εξασθένιση των εξουσιαστικών θεσμών που σχεδιάζουν και πυροδοτούν την παραγωγή των αποδιοπομπαίων τράγων, και στη συνέχεια αναλαμβάνουν αυτόκλητα τη διαχείριση και τη δίωξή τους, προς ίδιον όφελος.

 

 

2. ΕΞΟΥΣΙΑ & ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑ

 

 

Έναν αιώνα πριν ο Μαρξ υποστήριζε ότι «η θρησκεία είναι το όπιο (ναρκωτικό) του λαού». Σήμερα, τα ναρκωτικά» είναι η θρησκεία της εξουσίας.

 

 

 

Από την τρίτη μεταπολεμική δεκαετία, ολόκληρος ο κόσμος έχει μπει σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης που θίγει όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής.

 

Στο πεδίο της υλικής παραγωγής συνειδητοποιείται με όλο και πιο τραγικό τρόπο το γεγονός ότι ο βιομηχανικός πολιτισμός έφτασε στα φυσικά όρια της «ανάπτυξής» του εξαντλώντας με μη-αντιστρεπτό τρόπο τις υλικές προϋποθέσεις της επιβίωσης του ανθρώπινου είδους και καθιστώντας αμφίβολο το παρόν και ανύπαρκτο το μέλλον.


Στο πολιτιστικό πεδίο συντελείται μια χωρίς προηγούμενο διάλυση της «πολιτιστικής δημιουργίας της θεσμισμένης κοινωνίας» με τη συστηματική καταστροφή της κριτικής λειτουργίας και τη διαμόρφωση ενός «υπερεκπολιτισμένου και νεοαναλφάβητου κοινού»:


«Αυτό που ψυχορραγεί σήμερα -ή που τουλάχιστον αμφισβητείται βαθιά- είναι ο δυτικός πολιτισμός. Καπιταλιστικός πολιτισμός, πολιτισμός της καπιταλιστικής κοινωνίας, που ξεπερνά όμως κατά πολύ το κοινωνικο-ιστορικό αυτό καθεστώς, διότι περιλαμβάνει και ό,τι αυτό μπόρεσε και θέλησε να επαναπροσλάβει από τις προηγούμενες εποχές και ιδιαίτερα μέσα από το «ελληνο-δυτικό τμήμα» της παγκόσμιας ιστορίας, το οποίο πεθαίνει σαν σύνολο από νόρμες και αξίες, σαν κοινωνικο-ιστορικός τύπος ατόμων, σαν σημασία σχέσης της συλλογικότητας με τον εαυτό της, με τις συνιστώσες της, με το χρόνο και με τα ίδια της τα έργα».

[Κ. Καστοριάδης: «Κοινωνικός μετασχηματισμός και πολιτιστική δημιουργία». Στο Κ. Καστοριάδης: Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού, Αθήνα, Ύψιλον, 1986, σ. 300].

 

Όλες οι προηγούμενες βεβαιότητες και οι σταθεροποιητικές αξίες αποδεικνύονται ανενεργές και αμφισβητούνται ή ανατρέπονται. Προαιώνιοι κοινωνικοποιητικοί θεσμοί (όπως η οικογένεια) προβάλλουν απολύτως ανεπαρκείς να λειτουργήσουν αποτελεσματικά στις νέες δραστικά μεταλλαγμένες συνθήκες, ενώ άλλοι θεσμοί (δίκαιο, οικονομία, εκπαίδευση, επιστήμη) που για αιώνες συντελούσαν στη διατήρηση και την αναπαραγωγή της κοινωνικής συνοχής, μεταμορφώνονται «ανεξήγητα» σε παράγοντες της κοινωνικής αποσάθρωσης.


Η σχέση του ανθρώπου με το κοινωνικό του περιβάλλον υπονομεύεται διαλυτικά, ενώ η σχέση του με το φυσικό του περιβάλλον καταστρέφεται ανεπανόρθωτα, εξαντλώντας τις αναγκαίες ψυχικές και υλικές προϋποθέσεις της επιβίωσης του ανθρώπινου είδους, εξαλείφοντας τη δυνατότητά του ανθρώπου να έχει μια σαφή εικόνα του εαυτού του σε σχέση με τον εαυτό του και τους άλλους, και εξαναγκάζοντας τον άνθρωπο να βιώνει την ύπαρξή του χωρίς προοπτικές σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.


Η ανακάλυψη του «απόλυτου όπλου» στα μέσα της δεκαετίας του 1940 και η εξάπλωση της πυρηνικής τεχνολογίας (πολεμικής και «ειρηνικής») ανέτρεψε οριστικά μια επισφαλή ισορροπία η οποία επέτρεπε τη μερική αντιστάθμιση της υπαρξιακής αγωνίας που απορρέει από τη βεβαιότητα του ατομικού θανάτου του ανθρώπου, με τη σιγουριά της συλλογικής αθανασίας του είδους. Ο σημερινός άνθρωπος στερημένος από το ψυχολογικό αντιστήριγμα της αντιπαράθεσης μιας ελπιδογενούς θετικής προοπτικής απέναντι σε μια παρούσα αρνητική βεβαιότητα, κυριολεκτικά συνθλίβεται κάτω από το αφανιστικό βάρος δύο αρνητικών παραγόντων (τη βεβαιότητα και του ατομικού και του συλλογικού του θανάτου), έχοντας επίγνωση ότι ζει με δανεικό χρόνο.


Ολόκληρο το ψυχοδιανοητικό, φαντασιακό και υλικό σύμπαν που καθόριζε τη διάπλαση και τη νοηματοδότηση της ανθρώπινης ύπαρξης, αποσυντίθεται ταχύτατα και καμιά προοπτική ή διεκδίκηση μιας άλλης, καινούργιας και ποιοτικά διαφορετικής, ανασυγκρότησής του δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Και σ' αυτό ακριβώς έγκειται η ιστορικά μοναδική τραγωδία της εποχής μας.


Η εξουσία, αδυνατώντας να αναγνωρίσει το αδιέξοδο που η ίδια διαμορφώνει αποτελώντας ταυτόχρονα μέρος του (γιατί κάθε τέτοια αναγνώριση μοιραία οδηγεί στην αυτοαναίρεσή της), το επιτείνει ακόμα περισσότερο επιχειρώντας να το αντιμετωπίσει με τη διαρκή αυτοενίσχυσή της και τον αέναο πολλαπλασιασμό των κατασταλτικών παρεμβάσεών της, εκμεταλλευόμενη στο έπακρο τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς της αποδιοπόμπησης.


Και η κοινωνία, υποκείμενη σε μια χωρίς προηγούμενο ετερονόμηση, αδυνατεί να συλλάβει μια εικόνα του εαυτού της όπως είναι και να αρθρώσει ένα λόγο από τον εαυτό της και για τον εαυτό της όπως θα ήθελε να είναι.


Όμως, η παραγωγή αποδιοπομπαίων τράγων που μπορεί ίσως να έχει μια αντισταθμιστική «αποτελεσματικότητα» σε περιόδους κατά τις οποίες η κοινωνία υφίσταται επιμέρους κρίσεις, αποδεικνύεται εξουσιαστικά αδιέξοδη και κοινωνικά διαλυτική όταν εφαρμόζεται υπό συνθήκες καθολικής κρίσης της κοινωνίας.


Κι αυτό, γιατί αναγκαία συνθήκη για τη λειτουργία του μηχανισμού της αποδιοπόμπησης είναι η δυνατότητα της εξουσίας να προβάλει πάνω σε μια μειονεκτική (από αριθμητική, πολιτική, οικονομική ή ιδεολογική άποψη) κοινωνική ομάδα όλα τα αρνητικά στοιχεία που καθορίζουν την (πραγματική ή κατασκευασμένη) απειλή κατά της κοινωνικής συνοχής.


Από κει και πέρα, είναι εύκολο για την εξουσία να μεθοδεύσει τη συσπείρωση της κοινωνικής πλειοψηφίας εναντίον αυτής της ομάδας, με τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η εκτόνωση της δυσαρέσκειας και της αγωνίας που απορρέει από τη διάχυτη αίσθηση της κοινωνικής αποσάθρωσης, όχι θίγοντας αλλά αντίθετα ενδυναμώνοντας την κρατική εξουσία.


Όταν η αίσθηση της απειλής πηγάζει από μια βαθιά κρίση που αγγίζει όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής, η αντισταθμιστική «αποτελεσματικότητα» του μηχανισμού της αποδιοπόμπησης εκμηδενίζεται πλήρως, γιατί σε συνθήκες καθολικής κρίσης της κοινωνίας η αποδιοπόμπηση πρέπει να έχει καθολικό χαρακτήρα, θίγοντας όλες τις υπό κρίση πλευρές του κοινωνικού δικτύου. Κι όπως είναι ευνόητο, μια τέτοια αποδιοπόμπηση που προϋποθέτει την αναγωγή ολόκληρης της κοινωνίας σε εξιλαστήριο θύμα, μπορεί ν' αποτελεί μια τερατώδη θεωρητική «δυνατότητα» της εξουσιαστικής λογικής, αλλά στην πράξη είναι και αδύνατη και αδιανόητη αφ' εαυτής, γιατί συνεπάγεται την ολοκληρωτική εξάλειψη της κοινωνίας.


Η καθολική κρίση της κοινωνίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την καθολική αποδιοπόμπηση, γιατί απλούστατα καθολική αποδιοπόμπηση δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει.


Η εξουσία αδυνατώντας να αναγνωρίσει την αποφασιστική συμβολή της στη διάλυση μιας άλλοτε σχετικά σταθερής «τάξης πραγμάτων» και στην αποσύνθεση μιας κοινωνικής πραγματικότητας που δεν έχει κανένα ουσιαστικό νόημα για την τεράστια πλειοψηφία των μελών της κοινωνίας (τα οποία την βιώνουν «απλώς ως έτυχε»), αποπειράται να αντιμετωπίσει το αδιέξοδο που η ίδια παράγει διαρκώς, με τη συνεχή επίταση της καταστολής, η οποία (λόγω ακριβώς της μανιχαϊστικής δαιμονολογίας που εμπεριέχει) το καθιστά ακόμη πιο αδιέξοδο:


Μια ανεξέλεγκτη νομοθετική υπερπαραγωγή που έχει ως μοναδικό της αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση του ποινικού και του εν δυνάμει ποινικού πληθυσμού, χαρακτηρίζει με σχεδόν μοναδικό τρόπο μια ιστορικά πρωτόγνωρη κατάσταση καθολικής κρίσης, αφήνοντας ανέγγιχτα τα προβλήματα που τη συνθέτουν.


Σε περιόδους σχετικής ομαλότητας, η νομοθετική παραγωγή υπόκειται σε προσεκτικές επεξεργασίες και έχει περιορισμένη έκταση γιατί η σχετικά σταθερή και μη-αμφισβητούμενη εξουσία, ακριβώς επειδή ελέγχει την κατάσταση, έχει κάθε συμφέρον από τη συρρίκνωση του ποινικού πληθυσμού. Και γι' αυτό νομοθετεί έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι «κάθε φορά που θεσπίζει ένα νέο νόμο, δημιουργεί και μια καινούργια κατηγορία εγκληματιών». [T. Szasz: Η Βιομηχανία της Τρέλας (Θεσ/νίκη, Ιανός, 1983), σελ. 19]. Αντιθέτως


Σε περιόδους ριζικής αμφισβήτησης της νομιμότητας της κατεστημένης εξουσίας ή σε καταστάσεις έντονης αποσύνθεσης του κοινωνικού δικτύου, αυτή η επίγνωση εξαλείφεται. Και η εξουσία, προσπαθώντας να ελέγξει την κατάσταση, αποδύεται σε μια νομοθετική υπερπαραγωγή, δημιουργώντας έτσι όλο και περισσότερες κατηγορίες «εγκληματιών» και «εν δυνάμει εγκληματιών», πράγμα που συμβάλλει στην ενδυνάμωση της υφιστάμενης κοινωνικής κρίσης, απέναντι στην οποία η παραπέρα επίταση της καταστολής αποτελεί την αντανακλαστική απάντηση της εξουσίας.


Έτσι, διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος, στα πλαίσια του οποίου ο εξουσιαστικός «ορθολογισμός» εξαντλεί τα όριά του και βαθμιαία αποκαλύπτεται ο μανιχαϊστικός παραλογισμός και η δαιμονολογία που συνθέτουν την πραγματική φύση της εξουσίας και καθορίζουν τις αντιδράσεις της απέναντι στις κρίσεις που η ίδια παράγει διαρκώς.


Σ' αυτό το σύμπαν του κατασταλτικού μονοθεϊσμού (που χαρακτηρίζεται από μια παροξυντική λειτουργία των μηχανισμών αποδιοπόμπησης) δημιουργείται σκοπίμως και μεγαλοποιείται προγραμματισμένα το μέχρι πρότινος ανύπαρκτο «πρόβλημα των ναρκωτικών και της εξάρτησης», εναντίον του οποίου η εξουσία προσπαθεί να συσπειρώσει διάφορα κοινωνικά στρώματα, εντάσσοντας αυτή την προσπάθεια σ' ένα πλέγμα παρεμφερών μεθοδεύσεων που αποσκοπούν στην αποκατάσταση μιας πλασματικής κοινωνικής ενότητας, με παράλληλη ενίσχυση της θέσης της.


Απέναντι στο εξουσιαστικά κατασκευασμένο «πρόβλημα των ναρκωτικών» (ορισμένων, επιλεγμένων και διαφορετικών σε κάθε ιστορική εποχή), η κρατική εξουσία αντιπαραθέτει την καταστολή, θεσπίζοντας όλο και περισσότερους και αυστηρότερους νόμους, και ενεργοποιώντας στο έπακρο τους διωκτικούς μηχανισμούς της.


Μ' αυτό τον τρόπο, ανοίγεται και τροφοδοτείται διαρκώς ένας αφανιστικός φαύλος κύκλος στον οποίο η ενίσχυση της ποινικής καταστολής προκαλεί αυτομάτως την αύξηση των τιμών των παράνομων ψυχοτρόπων ουσιών και των κερδών που πραγματοποιούνται στη «μαύρη αγορά» τους. Κι αυτό πυροδοτεί την παραπέρα ενεργοποίηση των παράνομων κυκλωμάτων που ελέγχουν τη διακίνηση και την εμπορία αυτών των ουσιών, με αποτέλεσμα την αύξηση των διακινούμενων ποσοτήτων και του αριθμού των χρηστών. Απέναντι σ' αυτή την αύξηση, η εξουσία απαντά με την επίταση της καταστολής, που με τη σειρά της ακολουθείται από την επαύξηση της δραστηριότητας των παράνομων κυκλωμάτων, και ούτω καθεξής.


Μέσα απ' αυτή την αλληλοσυμπληρωματική σχέση της κρατικής εξουσίας με τα κυκλώματα που διακινούν τις παράνομες ψυχοτρόπες ουσίες, διαμορφώνεται μια Πολιτική της Εξάρτησης, μέσω της οποίας καθίσταται δυνατή και «νόμιμη» η διαρκής αυτοενίσχυση και αυτονόμηση της εξουσίας και η συνεχής αποσύνθεση και ετερονόμηση της κοινωνίας, στα πλαίσια ενός αφανιστικού «παιχνιδιού» που είναι κανονισμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να κερδίζει πάντοτε ο ίδιος «παίκτης».


Όμως, όπως σε κάθε κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα, έτσι και στην περίπτωση των ναρκωτικών και της εξάρτησης, η ποινική καταστολή παράγει μόνο αρνητικά αποτελέσματα, πολλαπλασιάζοντας στο διηνεκές τα προβλήματα που «επιδιώκει» να λύσει.



1. Η τοξικομανία της εξουσίας


 

Σε μια εποχή που προσπαθεί να ξορκίσει τα ανορθόλογα κίνητρά της ομνύοντας στην «επιστήμη», τη «λογική» και τον «ορθολογισμό» της, το αρχέτυπο της υπερβατικής καταγωγής της εγκόσμιας εξουσίας εξακολουθεί ν' αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στη διαδικασία της νομιμοποίησής της στη συνείδηση των ανθρώπων.


Η «θρησκεία της εξουσίας» εξακολουθεί να λειτουργεί ως «όπιο του λαού», όχι μόνο χωρίς να απειλείται από την ευρύτατη διάδοση της «θρησκείας των ψυχοτρόπων ουσιών», αλλά αντίθετα να προσπορίζεται κύρος και ισχύ εξαιτίας αυτής της διάδοσης, την οποία υποθάλπει, προωθεί και υποτάσσει στις σκοπιμότητες των εσωτερικών και εξωτερικών κοινωνικο-πολιτικών συγκρούσεων μέσω των οποίων επιλύονται τα προβλήματα της εδραίωσης και της διευρυμένης αναπαραγωγής των διαφόρων εξουσιαστικών μορφωμάτων που αναπτύσσονται ως κακοήθεις νεοπλασίες στο κορμί των ανταγωνιστικών κοινωνιών.


Στην εποχή μας, η «θρησκεία των ψυχοτρόπων ουσιών» αποτελεί λειτουργικό αντιστήριγμα της «θρησκείας της εξουσίας», αναντικατάστατο στοιχείο του ιδεολογικού της εξοπλισμού, ουσιαστικό μέρος του τελετουργικού της κατίσχυσής της και σπουδαίο μέσο του υλικού οπλοστασίου της.


Και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, η «θρησκεία της εξουσίας» ενισχύει τη «θρησκεία των ψυχοτρόπων ουσιών» και την περιχαρακώνει νομοθετικά, προστατεύοντας τις «ορθόδοξες» εκφάνσεις της (νόμιμες ψυχοτρόπες ουσίες) και καταστέλλοντας κάθε «αιρετική» έκφρασή τους (παράνομες ψυχοτρόπες ουσίες), με βάση μια «σωτηριακή» ιδεολογία και ορισμένα ιησουίτικα ιδεολογήματα που μάταια προσπαθούν να καλύψουν τον καθαρά δεισιδαιμονικό χαρακτήρα τους πίσω από μια ψευτο-επιστημονική γλώσσα.


Εξ' ου και η διαπίστωσή μου ότι η τοξικομανία της εξουσίας και η εξουσία της τοξικομανίας, όχι μόνο συνυπάρχουν αρμονικά αλλά επιπλέον αλληλοκαθορίζονται και αλληλοαποσαφηνίζονται στη βάση μιας κοινωνικοπολιτικής εξίσωσης σύμφωνα με την οποία η μια ταυτίζεται με την άλλη, σε βαθμό που να χάνονται απολύτως οποιαδήποτε διακριτά όρια ανάμεσά τους: Η εξουσία της τοξικομανίας δεν είναι παρά μια σκόπιμη και μεθοδευμένη προβολή της τοξικομανίας της εξουσίας πάνω στο κοινωνικό σώμα.


Κι' ακριβώς, επειδή η συγκάλυψη αυτού του γεγονότος αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του αφανιστικού «παιχνιδιού της τοξικομανίας» που παίζει η εξουσία σε βάρος της κοινωνίας, όλοι οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί προβάλλουν μεθοδικά την εξουσία της τοξικομανίας ως «ύψιστη απειλή» κατά της κοινωνικής συνοχής, και αποσιωπούν συστηματικά την τοξικομανία της εξουσίας από την οποία αποσυντίθεται καθημερινά η κοινωνία.



2. Η εξουσία της τοξικομανίας

 

 

Μέσα στο καθολικό αδιέξοδο ενός κόσμου που οδεύει ταχύτατα προς την αυτοκαταστροφή του κάτω από την πίεση των άλυτων και συνεχώς επιδεινούμενων εξουσιαστικών αντιθέσεων που το διαπερνούν, υπάρχουν κάποια σημεία απόλυτης συμφωνίας μεταξύ των εξουσιαστικών καρκινωμάτων που απονεκρώνουν σταδιακά την κοινωνία.


Όλα αυτά τα στοιχεία συνδέονται τόσο με τον αποκλειστικό έλεγχο της εξουσίας πάνω στον ιστορικά «δοκιμασμένο και αποτελεσματικό» μηχανισμό της παραγωγής «αποδιοπομπαίων τράγων», σύμφωνα με τις εξουσιαστικές σκοπιμότητες που «πρέπει» να εξυπηρετηθούν σε κάθε ιστορική εποχή, όσο και με τον τρόπο λειτουργίας αυτού του μηχανισμού που ενδυναμώνεται τρομακτικά στις περιόδους κατά τις οποίες η εξουσία βρίσκεται σε κρίση, ενώ υπολειτουργεί σχετικά όταν δεν αμφισβητείται η «νομιμότητά» της.


Ανάμεσα στα στοιχεία που η αποδιοπόμπησή τους αποτελεί σημείο απόλυτης συμφωνίας μεταξύ όλων των εξουσιαστικών μηχανισμών ανεξάρτητα από τους ιδεολογικούς επικαθορισμούς τους, είναι κάποιες μειονότητες, ορισμένες ιδέες, διάφορες στάσεις ή συμπεριφορές και αρκετές ψυχοτρόπες ουσίες.


Σε ό,τι αφορά αυτές τις ψυχοτρόπες ουσίες, η διαδικασία της σκόπιμης εξουσιαστικής αποδιοπόμπησής τους στηρίζεται πάντα στο σαθρό ισχυρισμό ότι ορισμένες ψυχοτρόπες ουσίες είναι «επικίνδυνες» και γι' αυτούς που τις χρησιμοποιούν και για κείνους που δεν τις χρησιμοποιούν, και ότι η χρήση αυτών των ουσιών συνιστά «κατάχρηση», «ναρκομανία» ή «τοξικομανία», δηλαδή αποτελεί «ασθένεια» που ο έλεγχος και η αντιμετώπισή της είναι «αυτονόητη» υποχρέωση των συνδυασμένων δυνάμεων της κρατικής εξουσίας και της ιατρικής.


Προσωπικά θεωρώ ότι αυτό το ιδεολόγημα αποτελεί σκόπιμη εξουσιαστική κατασκευή που αποσκοπεί στην ενίσχυση και την επιτάχυνση της εν εξελίξει διαδικασίας της συνεχούς αυτονόμησης της εξουσίας και της συνακόλουθης διαρκούς ετερονόμησης της κοινωνίας, που εάν εξελιχθεί ανεμπόδιστα θα οδηγήσει αναγκαία στην καθολική κατίσχυση της εξουσίας πάνω στην κοινωνία.


Η διαπίστωση ότι η εξάρτηση όπως προβάλλεται από την εξουσία, συνιστά ένα πρόβλημα που παράγεται από την ίδια την εξουσία και υπόκειται σε έντονη ιδεολογική χρήση για την εξυπηρέτηση ορισμένων σκοπιμοτήτων της, ενισχύεται από τη γεγονός ότι από χώρα σε χώρα, από λαό σε λαό και κυρίως από πολιτισμό σε πολιτισμό υπάρχουν τεράστιες διαφορές και αντιθέσεις σχετικά με το ποιες ουσίες είναι αποδεκτές και «ακίνδυνες» και ποιες είναι καταδικαστέες και «επικίνδυνες».


Απ' αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστική:

H διαμετρικά αντίθετη στάση του χριστιανικού και του μουσουλμανικού κόσμου απέναντι στο αλκοόλ.

H θεμελιακά διαφορετική θέση των ινδιάνων της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής και των λευκών της Β. Αμερικής απέναντι στην κόκα.

H εντελώς διαφορετική στάση των Κινέζων και των λευκών κατοίκων της Β. Αμερικής απέναντι στο όπιο και τους διάφορους τρόπου χρήσης του (οι πρώτοι ενδιαφέρονταν μόνο για το κάπνισμα του οπίου και αδιαφορούσαν τελείως για τα ημισυνθετικά παράγωγά του -μορφίνη και ηρωίνη- τον καπνό και το αλκοόλ, ενώ οι δεύτεροι υιοθέτησαν τη χρήση των ημισυνθετικών παραγώγων του οπίου κι όχι το κάπνισμά του).


Σε ό,τι αφορά τον βιομηχανικό πολιτισμό, οι έννοιες του «φαρμακευτικού εθισμού», της «φαρμακευτικής κατάχρησης» και της «εξάρτησης» σε σχέση με ορισμένες ουσίες, αποτελούν μια πολύ πρόσφατη ανακάλυψη, παρά το γεγονός ότι η χρήση αυτών των ουσιών συνδέεται με μια παράδοση που οι ρίζες της χάνονται στην προϊστορία του ανθρώπινου είδους.


Απόδειξη είναι το γεγονός ότι καμιά τέτοια «ασθένεια» δεν αναφέρεται στις 6 πρώτες εκδόσεις (1883-1899) του Εγχειριδίου της Ψυχιατρικής του Ε. Kraepelin, ούτε και στο Εγχειρίδιο της Ψυχιατρικής (1916) του Ε. Βleuer, που αποτελούν την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη της διεθνούς ψυχιατρικής συντεχνίας. [Τ. Szasz: Ceremonial Chemistry : The retual persecution of drugs, addicts and pushers», London: Routl.& Kegan, 1975, σ.7 ]


Το ίδιο συμβαίνει επίσης και με όλα τα συστήματα ταξινόμησης των σωματικών ή ψυχικών διαταραχών μέχρι το 1934 που η Αμερικάνικη Ψυχιατρική Εταιρεία μνημονεύει για πρώτη φορά τον όρο «φαρμακευτικός εθισμός» στο ταξινομητικό της σύστημα.

Αλλά ακόμα και τότε, πρόκειται για μια απλή μνεία του όρου χωρίς να του δίνεται καμιά ιδιαίτερη σημασία, εάν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι ο «ψυχιατρικός ιστοριογράφος» Gr. Zilboorg που είναι ο κατεξοχήν ευνοούμενος της ψυχιατρικής συντεχνίας, εξακολουθεί να μην αναφέρεται καθόλου σ' αυτόν τον όρο στο κύριο έργο του Ιστορία της Ψυχιατρικής, μέχρι και την έκδοση του 1941. [G. Zilboorg: A History of Medical Psychology, NY: Norton, 1941, σ. 591. Αναφ. από τον Th. Szasz, ο.π., σ. 8].


Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, η ιατρική δεν ασχολείται με το δήθεν πρόβλημα της «εξάρτησης», παρά το γεγονός ότι μεταξύ 1887 και 1940 η εξουσία οργάνωσε αρκετούς θορυβώδεις και ανθρωποβόρους «ιερούς πολέμους κατά των ναρκωτικών», προσπαθώντας να πείσει την κοινή γνώμη πως δήθεν αντιμετωπίζει μια «θανάσιμη απειλή» από την οποία μπορεί να προστατευθεί μόνο με την ενδυνάμωση του γενεσιουργού αιτίου αυτής της απειλής, δηλαδή της ίδιας της εξουσίας. [Κ. Γρίβας: Αποδιοπομπαίος Τράγος: Ψυχική «αρρώστια» και «Τοξικομανία», Μαλλιάρης-Παιδεία, 1983]


Οι αρχαιότερες μαρτυρίες για τη χρήση του Οπίου ανάγονται για μεν τον εξω-ευρωπαϊκό χώρο στο 5000 π.χ. και αφορούν τους Σουμέριους, για δε τον ευρωπαϊκό χώρο στο 2500 π.χ. και αναφέρονται στη χρήση των σπόρων της παπαρούνας «μήκων η υπνοφόρος» στις κεντρο-ευρωπαϊκές περιοχές που αντιστοιχούν στη σημερινή Ελβετία, στα προκλασικά χρόνια (Ελληνική μυθολογία, Όμηρος, Ησίοδος, Ασκληπιεία, κλπ), στην κλασική αρχαιότητα και στη μετα-κλασική εποχή (Ιπποκράτης, Θεόφραστος, κ.α).


Το 1525 το Όπιο εισάγεται στη δυτική ιατρική από τον Παράκελσο (1490-1541) και χρησιμοποιείται ευρύτατα στην αντιμετώπιση των περισσότερων ασθενειών, είτε από μόνο του είτε σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα φυτικής προέλευσης.


Έναν αιώνα μετά, η θεραπευτική αξία του Οπίου είναι καθ' ολοκληρία επιβεβαιωμένη στη συνείδηση όλου του ιατρικού κόσμου, γεγονός που αναγνωρίζεται στα 1680 από τον επιφανέστερο νευρολόγο της εποχής T. Syndeham (1624-1680) που το χρησιμοποιεί και ο ίδιος.


Αυτή η σχεδόν καθολική αποδοχή θα εξακολουθήσει να χαρακτηρίζει τη στάση της κοινωνίας και του ιατρικού κόσμου απέναντι στο Όπιο, από το 16ο αιώνα μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου, παρά το γεγονός ότι ήδη από το 1880 η κρατική εξουσία οργανώνει συστηματικές εκστρατείες κινδυνολογίας σε βάρος του.


Το 1915, ένας μόλις χρόνο μετά την εφαρμογή του περιβόητου νόμου Harrison (1914), σε άρθρο στην «Επιθεώρηση» της Αμερικανικής Ιατρικής Εταιρείας, δηλώνεται ότι:


«Εάν (οι αμερικανοί γιατροί) επρόκειτο να διαλέξουμε ένα μόνο από το σύνολο των φαρμάκων που διαθέτουμε, η μεγάλη πλειοψηφία μας θα διάλεγε το Όπιο».

[D. Macht: «The history of opium and some of its preparations and alkaloids», JAMA, Journal of the American Medical Association, 64:477-481/1915. Αναφ. από τον Τ. Szasz, o.π., σελ. 77].

 

Στην πλειοψηφία του ο ιατρικός κόσμος αντιτέθηκε στο νόμο Harrison, που οι συνέπειές του είναι τέτοιες ώστε το 1925, μετά από 11 χρόνια εφαρμογής του, να καταγγέλλεται ότι:


«Το μεγαλύτερο μέρος της εξάρτησης σήμερα οφείλεται ευθέως στον αντιναρκωτικό νόμο Harrison που απαγορεύει την πώληση των ναρκωτικών χωρίς ιατρική συνταγή... Οι εξαρτημένοι που δρουν ως agents provocateurs για τους μικροπωλητές, αμείβονται με ηρωίνη ή με χρήματα για τον εφοδιασμό τους (με ηρωίνη). Ο αντι-ναρκωτικός νόμος Harrison κατασκευάζει τους μικροπωλητές των ναρκωτικών και οι μικροπωλητές των ναρκωτικών κατασκευάζουν τους εξαρτημένους». [R. Schless: «The drug addict», American Mercury, 4:198/1925].

 

Στα πλαίσια μιας παράδοσης που χάνεται στα βάθη της προϊστορίας του, ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε διάφορες ψυχοτρόπες ουσίες για να αμβλύνει τη σωματική κούραση, να καταπραύνει το φυσικό πόνο, να απαλύνει την ψυχική ένταση, να υπονομεύσει την υπαρξιακή αγωνία, να διαφύγει από αντίξοες καταστάσεις ή να βιώσει άλλες εμπειρίες. Και η χρήση αυτών των ουσιών, ενσωματωμένη στην κουλτούρα κάθε κοινωνίας, ποτέ δεν αποτέλεσε «πρόβλημα» ή «κίνδυνο» για την κοινωνική συνοχή ώστε να απαιτηθεί η μεθοδική δίωξή τους για να προστατευθεί το κοινωνικό σώμα.

 

Από αρχαιοτάτων χρόνων και μέχρι το 1914, με την ελεύθερη παραγωγή και χρήση των διαφόρων ψυχοτρόπων ουσιών, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με το Όπιο και τα λοιπά «ναρκωτικά».

 

Μετά το 1914, αυτή η εικόνα αρχίζει να διαφοροποιείται και, σταδιακά, η χρήση αυτών των ουσιών εμβάλεται καταναγκαστικά στη συνείδηση της κοινής γνώμης ως «μέγιστη απειλή» για την κοινωνία, με την επίκληση ψευτο-επιστημονικών τρομοκρατικών «επιχειρημάτων» ανάμεσα στα οποία πρωτεύουσα θέση κατέχουν εκείνα που συνδέονται με τις φαρμακολογικές ιδιότητες αυτών των ουσιών.


Όμως το πεδίο της φαρμακολογίας, που αποτελεί την έσχατη γραμμή της σαθρής άμυνας της εξουσίας και των απολογητών της (οι οποίοι και παραπέμπουν σ' αυτό, κάθε φορά που τίθεται το καίριο ερώτημα της αληθινής αιτιολογίας του κοινωνικο-πολιτικού προβλήματος των «ναρκωτικών» και της «εξάρτησης») αποδεικνύεται απολύτως ακατάλληλο να στηρίξει τις μονομανιακές ιδέες των φανατικών της καταστολής.


Σ' αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει η εξουσία και οι απολογητές της, τα προβλήματα που αφορούν τον κοινωνικό άνθρωπο δεν δημιουργούνται «εκ του μηδενός», ούτε εμφανίζονται ως «κεραυνός εν αιθρία».


Τα κοινωνικά προβλήματα στις έσχατες εκδηλώσεις τους αφορούν πάντοτε την ατομική προσωπικότητα, η οποία όντας η συνισταμένη των κοινωνικών της σχέσεων (που σαν τέτοιες επικαθορίζονται καίρια από τις σχέσεις εξουσίας που κανοναρχούν την κοινωνία) τείνει να προσωποποιεί όλες τις δυσλειτουργίες που προκαλούνται σ' αυτό το δίκτυο των σχέσεων από τον εξουσιαστικό καταναγκασμό.


Ποια είναι λοιπόν τα πραγματικά κοινωνικά και πολιτικά αίτια του φαύλου κύκλου του προβλήματος της εξάρτησης και της καταστολής στον οποίο έχει εισαχθεί εδώ και 70 χρόνια η ανταγωνιστική κοινωνία;

Κατά την άποψή μου, είναι προφανές ότι καμιά σοβαρή προσπάθεια ερμηνείας της ιστορικά πρόσφατης κατασκευής του κινδύνου της εξάρτησης, δεν μπορεί να στηριχθεί με αναφορές στις φαρμακολογικές ιδιότητες των ουσιών που την προκαλούν.


Κι αυτό γιατί εδώ και επτά χιλιάδες χρόνια, δεν άλλαξαν οι φαρμακολογικές ιδιότητες αυτών των ουσιών. Το μόνο που άλλαξε είναι η στάση της εξουσίας απέναντί τους.


Συνεπώς, σ' αυτή ακριβώς την αλλαγή θα πρέπει πρωτίστως να αναζητηθούν τα πραγματικά αίτια του αιφνίδιου μετασχηματισμού αυτών των ουσιών από μέσα διασφάλισης της κοινωνικής ισορροπίας σε παράγοντες ανατροπής της, και από στοιχεία καθολικής κοινωνικής αποδοχής σε αποδιοπομπαίους τράγους.



3. H ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑΣ

 

 

Η επαγγελματική και πολιτική προσέγγιση στο πρόβλημα των «ναρκωτικών», μου επιτρέπει την (καθόλου παρακινδυνευμένη) πρόβλεψη ότι μέσα στα προσεχή λίγαχρόνια σε όλη την έκταση του «αναπτυγμένου» κόσμου, η κατασταλτική αντιμετώπιση της εξάρτησης θα αποτελεί ένα εφιαλτικό παρελθόν για το οποίο θα πρέπει να ντρέπονται οι σημερινοί «σταυροφόροι» της.


Ο αδόκιμος, αντεπιστημονικός και συγχυτικός όρος «ναρκωτικά» σηματοδοτεί ένα προνομιακό πεδίο διευρυμένης αναπαραγωγής της εξουσίας, του κεφαλαίου, της εγκληματικότητας, της αρρώστιας και του θανάτου.


Η ιδιότητα ορισμένων ουσιών να προκαλούν βιολογικά και ψυχολογικά αποτελέσματα εξαρτησιακού τύπου σε συνδυασμό με το αποκλειστικό δικαίωμα της εξουσίας να επιτρέπει ή να απαγορεύει τη χρήση τους κατά το δοκούν, καθορίζει την ανάπτυξη της εξάρτησης σε δύο επίπεδα, ένα νόμιμο και ένα παράνομο, τα οποία λειτουργούν αλληλοσυμπληρωματικά προς όφελός της.


Η παράνομη εξάρτηση (δηλ. το σκέλος της εξάρτησης που αφορά στο σύνολο των δραστηριοτήτων που συνδέονται με τη χρήση των φυσικών και τεχνητών ψυχοτρόπων ουσιών που η παραγωγή και η διάθεσή τους θεωρείται ότι «διαφεύγει» από τον έλεγχο της εξουσίας), προϋποθέτει ένα πλέγμα σχέσεων ανάμεσα σ' εκείνους που παίρνουν μέρος σ' αυτό το «παιχνίδι» (κρατική εξουσία, μεγάλο κεφάλαιο, μηχανισμοί καταστολής, οργανωμένο έγκλημα, καταναλωτές), ένα χώρο συνάντησής τους (μαύρη αγορά) και ορισμένα συναλλακτικά μέσα (παράνομες ψυχοτρόπες ουσίες).


Απ' αυτή την άποψη, είναι προφανές ότι η παράνομη εξάρτηση συνιστά ένα πεδίο που προσδιορίζεται από τρεις τουλάχιστον παραμέτρους:


Μια πολιτική, που καθορίζεται από το γεγονός ότι η έκταση και τα όριά του προσδιορίζονται από τη νομοθετική και κατασταλτική παρέμβαση της κρατικής εξουσίας η οποία κατέχει το αποκλειστικό δικαίωμα αφενός να νομιμοποιεί ή να ποινικοποιεί τη χρήση οποιασδήποτε ουσίας και επιπλέον να υιοθετεί εκείνη την κατασταλτική πολιτική που καθιστά δυνατή την τυπική εφαρμογή των νομοθετικών της ρυθμίσεων.


Μια οικονομική, που απορρέει από το γεγονός ότι στα πλαίσια της παράνομης εξάρτησης αναπτύσσονται τεράστιες δυνατότητες παραγωγής κέρδους για το κεφάλαιο που επενδύεται σ' αυτή, δηλαδή παραγωγής οικονομικής ισχύος που με τη σειρά της μετασχηματίζεται σε πολιτική δύναμη. Και,


Μια ιατρική, που προκύπτει από το γεγονός ότι η παράνομη εξάρτηση συνδέεται με ουσίες που προκαλούν βιολογικά ή ψυχικά ή βιοψυχικά αποτελέσματα, πράγμα που σημαίνει πως άπτονται των αρμοδιοτήτων της ιατρικής.


Καθένας από τους παράγοντες που εκφράζει τις παραπάνω παραμέτρους, διαδραματίζει το δικό του ιδιαίτερο ρόλο στο συνολικό αφανιστικό «παιχνίδι» της παράνομης εξάρτησης:


Η κρατική εξουσία, με τη νομοθετική της παρέμβαση καθορίζει την έκταση, τα όρια και τους κανόνες του, και με την κατασταλτική της πολιτική εξασφαλίζει την τυπική τήρηση αυτών των κανόνων και συνεπώς τη διαιώνιση αυτού του «παιχνιδιού».


Η ιατρική συντεχνία παρέχει στην κρατική εξουσία την αναγκαία επιστημονικοφανή νομιμοποίηση των επιλογών και των παρεμβάσεών της, αποφαινόμενη για την επικινδυνότητα αυτών των ουσιών, σύμφωνα με τις εξουσιαστικές σκοπιμότητες που πρέπει να εξυπηρετούνται κάθε φορά (ακόμη κι αν η κάλυψη αυτή δεν είναι εναρμονισμένη με τα πορίσματα της επιστημονικής έρευνας).


Το μεγάλο κεφάλαιο, με τις αναγκαίες επενδύσεις στην παραγωγή, τη διακίνηση και τη διάθεση των παράνομων εξαρτησιογόνων ουσιών, δίνει ώθηση στην ύπαρξη και τη διαρκή διεύρυνση της παράνομης εξάρτησης, πραγματοποιώντας ασύλληπτα κέρδη.


Απ' αυτή την άποψη, είναι ιδιαίτερα εύγλωττη και αποκαλυπτική η διαπίστωση ότι πριν από την κατασταλτική παρέμβαση της κρατικής εξουσίας για την κοινωνία δεν υπήρχε:


1. Η μαύρη αγορά των ψυχοτρόπων ουσιών, εξαρτησιογόνων και μη.

2. Η αφοριστική καταδίκη τους από την ιατρική συντεχνία.

3. Η μονοπωλιακή εκμετάλλευσή τους από το μεγάλο κεφάλαιο.

4. Ο πολυδιάστατος κίνδυνος για την κοινωνία, που προκύπτει από το συνδυασμό του οργανωμένου εγκλήματος που ελέγχει τη διακίνηση αυτών των ουσιών και τον συνεχώς διογκούμενο κατασταλτικό μηχανισμό που αναπτύσσεται στ' όνομα της αντιμετώπισής του.

5. Η αρρώστια, ο θάνατος και οι ατομικές και οικογενειακές τραγωδίες που παράγονται μαζικά σήμερα.


Πριν από την κατασταλτική παρέμβαση της κρατικής εξουσίας η χρήση των ψυχοτρόπων ουσιών δεν αποτελούσε αντικείμενο της δήθεν προστατευτικής μέριμνας του νομοθέτη, του χωροφύλακα και του γιατρού, και δεν ήταν αντικείμενο εκμετάλλευσης από το μεγάλο κεφάλαιο και το οργανωμένο έγκλημα. Ήταν απλά αποτέλεσμα ελεύθερης εκλογής του ατόμου. Και σ' αυτό ακριβώς το δικαίωμα της ελεύθερης εκλογής οφείλεται το γεγονός ότι επί τόσους αιώνες η ανθρωπότητα διέφευγε τον κίνδυνο της καθολικοποίησης της εξάρτησης από την οποία τείνει να αφανιστεί σήμερα που της έχει καταργηθεί αυτό το δικαίωμα.



1. Η οικονομική σημασία

 

 

Η οικονομική σημασία της παράνομης εξάρτησης μπορεί να σκιαγραφηθεί με μια απλή αναφορά σε μερικούς χαρακτηριστικούς αριθμούς:


Ο ετήσιος τζίρος στην παγκόσμια αγορά των απαγορευμένων ουσιών ξεπέρασε τα 200 δις δολάρια το 1983, τα 300 δις δολάρια το 1986 [Σύμφωνα με την Εκθεση της Επιτροπής για τα «ναρκωτικά» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, 1986], τα 650 δις δολάρια το 1989 και το 1 τρις δολάρια το 1996. [Σύμφωνα με την Επιτροπή Ναρκωτικών του ΟΗΕ].

 

Το ποσό αυτό είναι

120 φορές μεγαλύτερο από τον ετήσιο τζίρο της παγκόσμιας αγοράς διαμαντιών.

90 φορές μεγαλύτερο από την αξία του συνολικού χρυσού που εξάγει κάθε χρόνο η Ρωσία για την κάλυψη των δανειακών και εισαγωγικών της αναγκών.

15-20 φορές μεγαλύτερο από τον ετήσιο προϋπολογισμό της ΕΟΚ.

Μεγαλύτερο από το ακαθάριστο ετήσιο προϊόν μιας χώρας σαν την Ιταλία.


Αν σκεφτεί κανείς ότι το κόστος παραγωγής 1 κιλού Ηρωίνης φτάνει τα 200-300 δολάρια ενώ η τιμή διάθεσής του στον τελικό καταναλωτή ξεπερνάει τα 800.000 δολάρια, διαπιστώνεται πως η Ηρωίνη αποτελεί το μοναδικό προϊόν πάνω σ' αυτό τον πλανήτη που παρέχει ένα αστρονομικό μικτό ποσοστό κέρδους 4.000 % περίπου (όπως προκύπτει από την ανάλυση όλων των κατασχεμένων δειγμάτων, η «ηρωίνη» που κυκλοφορεί στη μαύρη αγορά περιέχει ηρωίνη σε ποσοστό από 5 έως 10% , πράγμα που σημαίνει ότι από 1 κιλό καθαρής ηρωίνης «παρασκευάζονται» και διατίθενται 10 έως 20 κιλά νοθευμένης ηρωίνης).


Υπάρχει όμως και μια δεύτερη σοβαρή πλευρά του ζητήματος σχετική με τη διάθεση των ασύλληπτων κερδών που πραγματοποιούνται στη μαύρη αγορά της ηρωίνης, και τα οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος τους επανεπενδύονται σε νόμιμες οικονομικές δραστηριότητες.


Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη εξάρτηση αφενός αυτοενισχύεται διαρκώς χάρη στην παράνομη εκμετάλλευση ενός αυξανόμενου αριθμού εξαρτημένων ατόμων, και αφετέρου συμβάλλει αποφασιστικά στην ενδυνάμωση της «νόμιμης» εκμετάλλευσης ολόκληρης της κοινωνίας ενισχύοντας τη συνεχή διεύρυνση του μεγάλου κεφαλαίου (οι πολιτικές εκφάνσεις του οποίου υποτίθεται ότι την προστατεύουν από τη διαλυτική δράση της παράνομης εξάρτησης):


Εάν τα 650 δις δολάρια του ετήσιου τζίρου της παγκόσμιας αγοράς των ναρκωτικών, επανεπενδύονταν σε δραστηριότητες σχετικές με την ηρωίνη, ολόκληρη η ανθρωπότητα θα αντιμετώπιζε το φάσμα της καθολικής ηρωινοποίησης σε χρονικό διάστημα μικρότερο των 12 μηνών.

Με τη γλώσσα των αριθμών, αυτά τα 650 δις δολάρια επανεπενδυόμενα στην ηρωίνη που έχει κόστος παραγωγής 200-300 δολάρια το κιλό, αντιστοιχούν σε 3,5 δις κιλά καθαρής ηρωίνης ή σε 35 δις κιλά νοθευμένης «ηρωίνης» (και μάλιστα, νοθευμένης ηρωίνης πολύ «καλής ποιότητας», με περιεκτότητα σε ηρωίνη από γύρω στο 10%). Πρόκειται για μια ποσότητα που αναλογεί σε 5 έως 7 κιλά ηρωίνης σε καθέναν από τα 5 δισεκατομμύρια κατοίκους αυτού του πλανήτη, ετησίως. (!) Και η οποία υπερβαίνει κατά πολλές φορές τις ανάγκες των εξαρτημένων από την ηρωίνη, καθένας από τους οποίους χρειάζεται από μισό μέχρι 1 γραμμάριο την ημέρα ή 200 έως 400 γραμμάρια το χρόνο.


Το γεγονός ότι η ανθρωπότητα δεν βρέθηκε ποτέ αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της καθολικής ηρωινοποίησής της, σημαίνει απλώς ότι μόνο ένα ελάχιστο μέρος των κερδών από τη μαύρη αγορά ηρωίνης επανεπενδύεται σε δραστηριότητες σχετικές με την ηρωίνη (με τρόπο ώστε αυτή η αγορά να κρατιέται σε μια κατάσταση αργής αλλά σταθερής διεύρυνσης), ενώ το μεγαλύτερο μέρος τους αφού «ξεπλυθεί» καταλλήλως επενδύεται σε νόμιμες οικονομικές δραστηριότητες.


Μ' άλλα λόγια, η παράνομη εξάρτηση και η παράνομη εκμετάλλευση των παράνομων εξαρτημένων αποτελεί ουσιαστικό αντιστήριγμα της διαρκούς ενδυνάμωσης της «νόμιμης» εκμετάλλευσης που υφίσταται το σύνολο των ανθρώπων (εξαρτημένοι και μη).



2. Η πολιτική σημασία

 

 

Η πολιτική σημασία της παράνομης εξάρτησης γίνεται κατανοητή με μια αναφορά στους πολλαπλούς εξουσιαστικούς σκοπούς που εξυπηρετεί η ύπαρξή της:


Η ύπαρξη της παράνομης εξάρτησης και της μαύρης αγοράς που την περιβάλλει προβάλλεται ως δικαιολογία για τη δημιουργία και τη συνεχή ενδυνάμωση διαφόρων κατασταλτικών μηχανισμών και το συνακόλουθο περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, στ' όνομα της ανάγκης να αντιμετωπισθεί «ο μέγας κίνδυνος των «ναρκωτικών».


Οπως είναι προφανές, αυτό το απολύτως αλληλοκαθοριζόμενο δίπτυχο της ενίσχυσης των κατασταλτικών θεσμών και της αποδυνάμωσης των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, εμπεριέχεται στην ίδια τη λογική της κρατικής εξουσίας και συντελεί αποφασιστικά στην εμπέδωση του αυταρχικού κράτους που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μας.


Παράλληλα, τα αστρονομικά κέρδη που πραγματοποιούνται στη μαύρη αγορά διατίθενται σε επανεπενδύσεις σε νόμιμες οικονομικές δραστηριότητες και σε μαζική εξαγορά κρατικών αξιωματούχων σε διάφορες χώρες με αποτέλεσμα να μετασχηματίζονται σε πολιτική δύναμη.


Κι αυτό ακριβώς ομολογείται στην «Εκθεση για τα ναρκωτικά» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1986) που διαπιστώνει ότι:


«H επιρροή των εμπόρων ναρκωτικών στην οικονομική και πολιτική σφαίρα αυξάνεται συνεχώς σε όλα τα κράτη. Και καμιά χώρα δεν είναι απρόσβλητη».


Επιπλέον, η ύπαρξη της παράνομης εξάρτησης και η συνεχής διεύρυνσή της συνεπάγεται την πολιτική αδρανοποίηση όσων εμπλέκονται σ' αυτή, απ' αφορμή την ολοκληρωτική απορρόφησή τους στην εναγώνια και αφανιστική διαδικασία της καθημερινής εξασφάλισης της ουσίας από την οποία είναι εξαρτημένοι.

 

Μ' άλλα λόγια, η παράνομη εξάρτηση αποτελεί μια άκρως αποτελεσματική πολιτική δικλείδα ασφαλείας για την κρατική εξουσία, γιατί από τη μια μεριά της επιτρέπει να επεκτείνεται διαρκώς και νομιμοφανώς σε βάρος του ατόμου και της κοινωνίας και από την άλλη της παρέχει τη δυνατότητα να εξουδετερώνει πλήρως (όχι μόνο ανέξοδα αλλά και κερδοφόρα) ένα μέρος των πιθανών αμφισβητησιών της.



3. Η ιατρική σημασία

 

 

Η ιατρική σημασία της παράνομης εξάρτησης έγκειται αφενός στην παροχή μιας χυδαίας επιστημονικοφάνειας στις κατασταλτικές επιλογές της κρατικής εξουσίας, και αφετέρου στην περιχαράκωση και την προώθηση της νόμιμης εξάρτησης που κι αυτή ελέγχεται αποκλειστικά και μόνο από το μεγάλο κεφάλαιο και την κρατική εξουσία.


Παράλληλα με τη δράση των τριών παραπάνω παραγόντων, στο «παιχνίδι» της παράνομης εξάρτησης παίζει καθοριστικό ρόλο το οργανωμένο έγκλημα και η αστυνομία.


Η παράνομη εξάρτηση, ως χώρος πρόσφορος για παράνομες δραστηριότητες με ανυπολόγιστα κέρδη, ήταν φυσικό αρχικά να προσελκύσει στη συνέχεια να μονοπωληθεί από το οργανωμένο έγκλημα, που αναπροσάρμοσε κατάλληλα τις μεθόδους του.


Αυτός ο αναπροσανατολισμός των ενδιαφερόντων και των μεθόδων του οργανωμένου εγκλήματος συνοδεύτηκε από έναν αντίστοιχο αναπροσανατολισμό των διωκτικών αρχών, με αποτέλεσμα σήμερα ο χώρος της παράνομης εξάρτησης να βρίσκεται κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο του υπόκοσμου και της αστυνομίας, που όπως αποδεικνύεται από τα όσα αποκαλύπτονται καθημερινά στον τύπο, λειτουργούν συναγωνιστικά και συμπληρωματικά μεταξύ τους.



4. ΚΙ ΟΜΩΣ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΥΣΗ

 

 

 

Κρατική εξουσία, μεγάλο κεφάλαιο και ιατρική συντεχνία, οι τρεις σύγχρονοι «ιππότες της αποκάλυψης» κανοναρχούν το χορό του θανάτου μιας ανθρωπότητας παραδομένης στο φαύλο κύκλο της εξάρτησης σ' ένα αφανιστικό παιχνίδι που «είναι κανονισμένο με τέτοιο ώστε να κερδίζει πάντοτε ο ίδιος παίκτης», η εξουσία.


Με βάση αυτό τον προβληματισμό, η τοξικομανία είναι συνώνυμη της εξουσίας, πράγμα που κάνει αδύνατη την αμφισβήτηση της μιας χωρίς την αμφισβήτηση της άλλης.


Εφόσον η εξουσία δρα χρησιμοποιώντας για τους σκοπούς της και την εξάρτηση, η εξάρτηση αυτοδίκαια αναδεικνύεται σε πολιτική υπόθεση και μόνο.


Αν λοιπόν σήμερα η εξουσία απολιτικοποιεί την απελπισία μέσω της εξάρτησης, τότε είναι προφανές ότι η μόνη άμυνα της κοινωνίας απέναντί της έγκειται στην πολιτικοποίηση της ελπίδας μέσα από την αμφισβήτηση της εξάρτησης και της εξουσίας.


Στην κατεύθυνση αυτή συμβάλλει καθοριστικά η αγωνιστική διεκδίκηση της (επαν)αναγωγής της χρήσης των ψυχοτρόπων ουσιών σε αντικείμενο της ελεύθερης επιλογής του πολίτη.


Ο δρόμος αυτός μπορεί να ανοίξει με την υιοθέτηση ορισμένων μέτρων, απλών, αποτελεσματικών και άμεσα εφαρμόσιμων, με ασήμαντο οικονομικό κόστος αλλά τεράστιο ανθρώπινο, κοινωνικό και πολιτικό όφελος.

Και τέτοια μέτρα είναι:


1. Η αποποινικοποίηση της χρήσης όλων των ψυχοτρόπων ουσιών,

2. Η αποποινικοποίηση της καλλιέργειας μικρών ποσοτήτων κάνναβης για προσωπική χρήση και η διάθεση της κάνναβης από ειδικά μαγαζιά.

3. Η διάθεση των εξαρτησιογόνων ουσιών (και ιδιαίτερα της ηρωίνης ή υποκατάστατών της) σε όλους τους εξαρτημένους με ιατρική συνταγογραφία.

 

Η υιοθέτηση αυτών των μέτρων συμβάλλει αποφασιστικά στην αντιμετώπιση του κατασκευασμένου «προβλήματος των ναρκωτικών», με ένα τρόπο που διασφαλίζει και τους εξαρτημένους και την κοινωνία, από το άθλιο παρόν και το ζοφερό μέλλον που επιφυλάσσει η εφιαλτική αέναη ανακύκλωση της εξάρτησης και της καταστολής.


Επί 80 χρόνια, η δαιμονολογία της καταστολής δίνει εξετάσεις και αποτυγχάνει οικτρά σε όλα τα επίπεδα, αναπαράγοντας πολλαπλασιαστικά τα προβλήματα που υποτίθεται πως θα έλυνε. Συνεπώς, είναι καιρός να δοθεί μια ευκαιρία στη λογική της ανθρωπιστικής και πολιτικής προσέγγισης του ζητήματος, που επιβάλλεται από την ανάγκη επιβίωσης της κοινωνίας.

Σίγουρα, κάτι τέτοιο θα παρόπλιζε τους επαγγελματίες «σταυροφόρους» της καταστολής και θα τους έθετε σε αναγκαστική κοινωνικο-πολιτική αδράνεια. Αλλά, προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα της βιολογικής και πολιτικής υπόστασης της κοινωνίας από τη μάστιγα της αλληλοπαραγωγής της εξάρτησης και της καταστολής, θα μπορούσε να τους χορογηθεί κάποια αποζημίωση με τη μορφή «επιδόματος ανεργίας».