Εγγραφή στο Newsletter - Μην εμπιστεύεστε τα Social Media!

Εκδοτική Θεσσαλονίκης, 1990

 

 

Μέρος 2

 

ΕΛΛΑΔΑ: ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

 

1. ΕΛΛΑΔΑ: Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΘΩΡΑΚΙΣΗ ΤΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ

1. Ο ΝΕΑΝΤΕΡΤΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

2. Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 1729/1987 «ΠΕΡΙ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ»

α) Η αντίδραση του Δήμου Θεσσαλονίκης

β) Η αντίδραση του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

γ) Η ψήφιση του νόμου

2. ΕΚΘΕΣΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ (1986)

1. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

2. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

α) Η γλώσσα: «Mεταγλώττιση» στη δημοτική

β) Ο στόχος: Γραφειοκρατικοποίηση και καταστολή

γ) Η μέθοδος: Διασπάσεις, αναδιατάξεις, προσθήκες

δ) Η δομή και ο χαρακτήρας

ε) Η επιστημονική ασυνέπεια: Αντιφάσεις, συγχύσεις, ανακολουθίες

3. Η ΠΟΙΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

4. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

5. ΠΙΝΑΚΕΣ

Πίν. 1: Σύγκριση του Νομοσχεδίου 1986 και του Ν.Δ. 743/1970

Πίν. 2: Σύγκριση του Ν.Δ. 743/1970 και του Νομοσχεδίου 1986

Πίν. 3: Εκθέσεις κυβερνητικών επιτροπών για την κάνναβη

Πίν. 4: Αποποινικοποίηση της χρήσης της Κάνναβης

Πίν. 5: Αποτελέσματα της Αποποινικοποίησης (Καλιφόρνια, ΗΠΑ)

3. ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ: ΕΝΑ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

1. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ

2. ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΑΣ ΤΟΛΜΗΣΟΥΜΕ

3. ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΕΣ ΟΥΣΙΕΣ: ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

1. ΕΛΛΑΔΑ: Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΘΩΡΑΚΙΣΗ ΤΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ

1. Ο νεαντερταλισμός της εξουσίας

«Είναι αρρώστια του καιρού μας

να οδηγούν στραβούς τρελοί»

Σαίξπηρ, Βασιλιάς Ληρ

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1986, ύστερα από πολύχρονη και επώδυνη κυοφορία, η κυβέρνηση του φαιοπράσινου αυταρχισμού έφερε στον κόσμο ένα νομικό εκτόπλασμα που, σύμφωνα με τους ισχύοντες εξουσιαστικούς και βιολογικούς νόμους, σύντομα θα αποδειχθεί ένα αδηφάγο ανθρωποβόρο τέρας.

Το ολοκληρωτικής έμπνευσης Νομοσχέδιο για τα Ναρκωτικά που δόθηκε στη δημοσιότητα από το υφυπουργείο «παιδικής χαράς», είναι ένα από τα τυπικά συμπτώματα της εξουσιοφρένειας που χαρακτηρίζει τους διαχειριστές της εξουσίας στις ημιβάρβαρες κοινωνίες, την οποία υφίσταται και πληρώνει ακριβά ολόκληρη η κοινωνία.

Πρόκειται για ένα από τα τυπικότερα συμπτώματα της τρομοκρατικής ψυχοπαθολογίας της εξουσίας που παίρνει ανεξάντλητες μορφές, εκφράζοντας το ίδιο πάντοτε, απολύτως καθορισμένο και μονότονα επαναλαμβανόμενο μείγμα του παραλογισμού, του αυταρχισμού και της αλαζονείας που συνθέτουν τον πυρήνα της εξουσιοφρένειας: Μέσω του παραλογισμού, η εξουσιαστική ιδεοληψία προβάλλεται στο κοινωνικό σώμα ως «αυταπόδεικτη αλήθεια» που εκφράζει με δήθεν γνήσιο τρόπο την «αντικειμενική» πραγματικότητα. Μέσω του αυταρχισμού, η εξουσιαστική επιδίωξη της ακόμη μεγαλύτερης αποδυνάμωσης των ήδη αναπηρωμένων ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, προβάλλεται και επιβάλλεται ως προάσπισή τους. Και μέσω της αλαζονείας «συγκαλύπτεται» έντεχνα ο παραλογισμός και ο αυταρχισμός του εξουσιαστικού εγχειρήματος.

Για όσο η εξουσία μπορεί να αλλοτριώνει την κοινωνία, εκφραζόμενη με αντεστραμμένες αλήθειες, η κατάσταση, παρ' ότι τραγική, είναι δυνητικά αντιμετωπίσιμη. Από τη στιγμή όμως που η εξουσία αρχίζει να εκφράζεται αποκλειστικά σχεδόν με συνεχώς μεγεθυνόμενα ψεύδη τα οποία μπορούν να γίνονται αποδεκτά από το κοινωνικό σώμα, η κοινωνία στερείται κάθε δυνατότητα αποτελεσματικής άμυνας και το μέλλον της καθίσταται δυσοίωνο.

Γιατί το διαρκώς μεγεθυνόμενο εξουσιαστικό ψεύδος, αφ' ενός απευθύνεται σε ήδη ακρωτηριασμένους ψυχοδιανοητικούς μηχανισμούς που λειτουργούν αποδεκτικά με άκριτο τρόπο, και αφ' ετέρου μετασχηματίζει το τραγικό σε γελοίο, αποδυναμώνοντας κάθε διάθεση και δυνατότητα εναντίωσης σ' αυτό: Η τραγικότητα μιας κατάστασης αυτομάτως πυροδοτεί τους μηχανισμούς αντίδρασης του πολίτη, ενώ η γελοιοποίησή της, με τις ισοπεδωτικές συνέπειές της, μπλοκάρει αυτούς τους μηχανισμούς και τους καθιστά ανενεργούς.

Είναι γνώριμο το πολιτικό ήθος και το ύφος «γραφής» της άκρως γελοιογραφικής παράστασης που αφιέρωσε στο Νομοσχέδιο για τα Ναρκωτικά, ο εν εξουσία «θίασος του φαιοπράσινου αυταρχισμού» που είναι ειδικευμένος στο θέατρο του παράλογου: Ένα σουρεαλιστικό μείγμα Λούντβιχ, Κορτέζ, Λόρεντζ, Μακαρένκο και Δέλτα συνθέτουν το μελοδραματικό πρόλογο της τραγωδίας της δήθεν αντιναρκωτικής πολιτικής των διαχειριστών της εξουσίας, η οποία επιφυλάσσει στην κοινωνία πολλά Εξπρές του Μεσονυκτίου και Φωλιές του Κούκου, στις πράξεις που θ' ακολουθήσουν, θέτοντας επί τάπητος το καίριο ερώτημα πώς και ποιος θα γράψει τον επίλογό της, η εξουσία ή η κοινωνία; Η τραγωδία που προαναγγέλλεται μ' αυτό το νομοθετικό τερατούργημα, μπορεί και πρέπει ν' αποτραπεί.

2. Η προϊστορία του νόμου 1729/1987 «περί ναρκωτικών»

α) Η αντίδραση του Δήμου Θεσσαλονίκης

Στις 12 Νοεμβρίου 1986, ύστερα από πρόταση του αντιδημάρχου κ. Δ. Σαλπιστή, ο Δήμος Θεσσαλονίκης οργάνωσε ειδική σύσκεψη για το πρόβλημα των ναρκωτικών.

Στη διάρκεια της σύσκεψης, κι ενώ η πλειοψηφία των προσκληθέντων ανέπτυσσε επιχειρήματα υπέρ της αντικατασταλτικής πολιτικής, ο καθηγητής της φαρμακολογίας κ. Παραδέλης πήρε το λόγο και προσπάθησε να ναρκοθετήσει αυτές τις απόψεις, «ηθικολογώντας» και «νουθετώντας», γιατί, όπως είπε:

«Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ σκληρών και μαλακών ναρκωτικών... και δεν μπορώ να φανταστώ μια κοινωνία που θα αποποινικοποιούσε τη χρήση, έστω και ορισμένων απ' αυτά».

Σ' αυτό το σημείο, πήρε το λόγο ο Κλεάνθης Γρίβας και τον αντέκρουσε λέγοντας:

«O κ. Παραδέλης ή στερείται φαντασίας και ενημέρωσης ή προσπαθεί να ρίξει το βάρος της καθηγητικής του ιδιότητας στην υπεράσπιση της ανθρωποβόρας και αντιεπιστημονικής έμμονης ιδέας για τη μη-διάκριση μεταξύ σκληρών και μαλακών ναρκωτικών και τη μη-αποποινικοποίηση της χρήσης τους.

Σχετικά με την απόλυτη ανάγκη να νομοθετηθεί η διάκριση και η αποποινικοποίηση της χρήσης, μπορεί να επικαλεστεί κανείς το έργο και τις απόψεις μιας πλειάδας γνωστών φαρμακολόγων, ψυχιάτρων, κοινωνιολόγων, κ.α., που καλύπτουν όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα, ανάμεσα στους οποίους οι καθηγητές της ιατρικής Λογαράς, Βαρώνος, Μαρσέλος, Στεφανής, Καπρίνης, Αγιουτάντης, Σάζ, Γκρίνσπουν, Τζέρβις, Αρνάο, Κανκρίνι, Μπερλινγκουέρ, κ.α. Επίσης, μπορεί να επικαλεστεί τις επιτυχίες της αντι-κατασταλτικής πολιτικής πολλών χωρών, όπως η Ολλανδία, οι Σκανδιναβικές χώρες, η Ισπανία, δέκα πολιτείες των ΗΠΑ, κ.α.

Σε σχέση μ' αυτό, σας καταθέτω δύο ντοκουμέντα: Ένα απόσπασμα από λόγο του προέδρου των ΗΠΑ Τζίμι Κάρτερ στο Κογκρέσο τον Αύγουστο του 1977 και μια ομόφωνη απόφαση των γιατρών του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης τον Ιούλιο του 1982. Τόσο ο μεν, όσο και οι δε αποφαίνονται κατηγορηματικά υπέρ αυτού που «δεν μπορεί να φανταστεί» ο κ. Παραδέλης. Και είναι αποκλειστικά δικό του πρόβλημα, η αδυναμία του κ. Παραδέλη να φανταστεί εν έτι 1986, αυτό πού υπάρχει και λειτουργεί σε αρκετές πολιτισμένες χώρες ήδη από το 1973 ή το 1975 (προκειμένου για την Ολλανδία).

Όμως, ανεξάρτητα απ' όλα αυτά, ζητώ από τον κ. Παραδέλη και οποιοδήποτε επιστήμονα που υπερασπίζεται την κατασταλτική πολιτική απέναντι στα ναρκωτικά, να αναφέρει δημόσια έστω και ένα φαρμακολογικό, νευροβιολογικό ή ιατρικό στοιχείο που να επιτρέπει στην επιστημονική του συνείδηση να εξομοιώνει το χασίς με την ηρωίνη. Οι επιστήμονες υποτίθεται ότι έχουν μια αυξημένη κοινωνική ευθύνη και δεν μπορούν να συνεργούν στην παραγωγή και τη συντήρηση επικίνδυνων και ανθρωποβόρων ιδεολογημάτων.

Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι μια εξουσία που επιδοκιμάζει και προωθεί το αλκοόλ, τον καπνό και τα ψυχοφάρμακα, δεν έχει το δικαίωμα να καταδικάζει και να διώκει την Κάνναβη, προσωπικά θίγομαι ως άνθρωπος και ως γιατρός απ' αυτό τον παραλογισμό που μου στερεί ένα μέσο ακίνδυνης και αποτελεσματικής βοήθειας σε αρκετές παθολογικές καταστάσεις: Για παράδειγμα, σήμερα περίπου 240.000 άνθρωποι τυφλώνονται σ' όλο τον κόσμο από ενδοφθάλμια υπέρταση που οφείλεται στο γλαύκωμα οξείας γωνίας, απέναντι στην οποία η Ινδική Κάνναβη είναι το μοναδικό αποτελεσματικό μέσο που διαθέτει η ιατρική. Κι όμως, ορισμένοι γιατροί εμμένουν άκριτα στην απαγόρευσή της, προτιμώντας να τυφλώνονται 240.000 άνθρωποι το χρόνο. Ποια ανθρωπιστική ή επιστημονική δικαίωση μπορεί να έχει η υποστήριξη τέτοιου είδους μαζικών ανθρωποθυσιών; Για μην αναφερθώ στην αξιόλογη ανακουφιστική δράση της στους καρκινοπαθείς που υφίστανται τις διαλυτικές παρενέργειες της χημειοθεραπείας, στα άτομα που πάσχουν από επιληψία, κ.α.

Επιτέλους δεν μπορούμε να ποινικοποιούμε ό,τι επιλέγει η εξουσία, με βάση τα συμφέροντα και τις σκοπιμότητές της. Χιλιάδες ουσίες καθημερινής χρήσης προκαλούν «μαστούρωμα» ή εγκαθιστούν εξάρτηση, από τις βενζινόκολες μέχρι μια τεράστια γκάμα φαρμάκων. Τι θα κάνουμε; Θα τις ποινικοποιήσουμε κι αυτές, επιταχύνοντας την πορεία μας προς τον εφιάλτη της καθολικής ποινικοποίησης της κοινωνίας; Μπορούν οι σταυροφόροι της ποινικοποίησης και της καταστολής να αναλογιστούν τις κοινωνικές συνέπειες των θέσεών τους; Αν δεν μπορούν, ας μας επιτρέψουν να εναντιωθούμε στον εφιάλτη του κράτους ασφάλειας και θεραπείας που μας επιφυλάσσουν, γιατί δεν είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε τις ατομικές και κοινωνικές ελευθέριες μας στο βωμό των εξουσιαστικών σκοπιμοτήτων που εξυπηρετούν τα ιδεολογήματά τους.

Ατυχώς γι' αυτούς, η εξέλιξη των κοινωνιών δεν εξαρτάται από τα όσα μπορούν ή δεν μπορούν να «φανταστούν» ορισμένοι, όπως ο κ. Παραδέλης και οι συν αυτώ, στον οποίο θα πρέπει να θυμίσω ότι οι αφορισμοί του τύπου «δεν μπορεί να γίνει διάκριση», «δεν μπορώ να φανταστώ την αποποινικοποίηση», κλπ, υπήρξαν πάντοτε τα μοναδικά «επιχειρήματα» των υπέρμαχων της ποινικοποίησης όλων των εκδηλώσεων της ζωής.

Αλλά, για να αναφερθώ σε δύο πρόσφατα παραδείγματα: Αυτά τα «επιχειρήματα» δεν εμπόδισαν ούτε την αποποινικοποίηση του αλκοόλ μετά από 14 χρόνια ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ το 1934, ούτε την αποποινικοποίηση της Ομοφυλοφιλίας στις περισσότερες δυτικές χώρες ύστερα από έναν και πλέον αιώνα διώξεών της, ευτυχώς ανεξάρτητα από το εάν μπορούσαν να το φανταστούν ή όχι οι θιασώτες της ποινικοποίησής τους...»

Την επόμενη μέρα, ο αν. καθηγητής της ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, κ. Γεώργιος Καπρίνης, παρεμβαίνοντας από τον τύπο στα διαμειφθέντα στη σύσκεψη του Δήμου Θεσσαλονίκης για τα ναρκωτικά, δήλωσε:

«Η ολοκληρωμένη πρόταση των ψυχιάτρων που διατυπώθηκε στη σύσκεψη του Δήμου Θεσ/νίκης για τα ναρκωτικά, δεν είναι μια οποιαδήποτε πρόταση. Είναι η πλέον ενδεδειγμένη πρόταση για μια αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, αν κρίνει κανείς από όλα τα θετικά που θα προκύψουν αναγκαία από την εφαρμογή της.

Εκφράζοντας την υποστήριξή μου σ' αυτή την πρόταση, θα ήθελα να τονίσω ότι η ποινικοποίηση της χρήσης ορισμένων ουσιών, αφενός μεν δεν δικαιολογείται τη στιγμή που είναι νόμιμο το αλκοόλ, ο καπνός, κλπ, αφετέρου δε ότι η συνεπής εφαρμογή του στη ζωή μας οδηγεί στην ποινικοποίηση σχεδόν των πάντων (καπνίσματος, οινοποσίας, υπερκατανάλωσης θερμίδων και λοιπών βλαπτικών της υγείας). Έτσι μπορεί ίσως να κατασκευάσουμε «υπερ-υγιείς» ανθρώπους (πράγμα για το οποίο πολύ αμφιβάλλω) που θα πεθαίνουν από ανία.

Το ζήτημα δεν είναι να καταστείλουμε ποινικά την εξάρτηση ή να την αποκρύψουμε, αλλά να την αντιμετωπίσουμε θαρραλέα και αποτελεσματικά. Και η ποινική καταστολή δεν προσφέρεται για κάτι τέτοιο, γιατί επιδεινώνει το πρόβλημα που υποτίθεται πως αντιμετωπίζει. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα αρνητικό κοινωνικό φαινόμενο, όπως η πορνεία: Καμιά προσπάθεια απόκρυψης ή απαγόρευσή της δεν την εξάλειψε. Αντίθετα έκανε ακόμη πιο δύσκολο τον έλεγχό της και βοήθησε στην επαύξησή της.

Έτσι και το πρόβλημα των «ναρκωτικών», που είναι ένα κατεξοχήν κοινωνικό και κοινωνιο-ψυχολογικό και όχι ιατρικό ζήτημα, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την απόκρυψη και την καταστολή. Μπορεί όμως να αποδυναμωθεί με άλλους τρόπους. Και σ' αυτό συμβάλλει αποφασιστικά η πρόταση που διατυπώθηκε από ορισμένους ψυχίατρους στη σύσκεψη του Δήμου Θεσσαλονίκης. Μόνο που «θέλει αρετή και τόλμη» η αποδοχή και η εφαρμογή της. Και δεν ξέρω εάν τη διαθέτουμε...»

Ως αποτέλεσμα των διεργασιών που πυροδοτήθηκαν απ' αυτή τη σύσκεψη, στις 18 Δεκεμβρίου 1986, το Δημοτικό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης (με την παρουσία 32 σε σύνολο 39 δημοτικών συμβούλων) ψήφισε ομόφωνα απόφαση στην οποία μεταξύ άλλων, ζητούσε:

«Παρ. 2: Να απαλειφθεί από το νομοσχέδιο η διάταξη που προβλέπει την επιβολή φυλάκισης στους εθισμένους χρήστες.

Παρ. 5: Να προβλεφθεί στο νομοσχέδιο η δωρεάν διάθεση των εξαρτησιογόνων ουσιών στους αποδεδειγμένα εξαρτημένους από τα νοσοκομεία, μέχρι την εθελοντική συμμετοχή τους σε θεραπευτικά προγράμματα».

β) Η αντίδραση του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

Ένα περίπου μήνα μετά την δημοσίευση του κυβερνητικού νομοσχεδίου για τα ναρκωτικά, με πρόταση του αν. καθηγητή της ψυχιατρικής κ. Γιώργου Καπρίνη που έγινε αποδεκτή από τον πρόεδρο του Ι.Σ.Θ. κ. Τάσο Σπηλιόπουλο, συγκροτήθηκε μια Ειδική Επιτροπή για τη μελέτη και την κριτική του Νομοσχεδίου για τα Ναρκωτικά.

Ο δημοσιογράφος κ. Γιώργος Βότσης, χαιρέτισε πρώτος τη συγκρότηση της Επιτροπής, γράφοντας στην «Ελευθεροτυπία» στις 18/10/1986:

«Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είδηση έρχεται από τη Θεσσαλονίκη: Ο εκεί Ιατρικός Σύλλογος όρισε τριμελή Επιτροπή που θα μελετήσει και θα κρίνει το νέο νομοσχέδιο για τα ναρκωτικά. Την αποτελούν ο πρόεδρος του συλλόγου Aναστάσιος Σπηλιόπουλος, ο καθηγητής της ψυχιατρικής Γιώργος Καπρίνης και ο ψυχίατρος, και ο συγγραφέας του «Αποδιοπομπαίου Τράγου», Κλεάνθης Γρίβας, ως εισηγητής. Θα έχουμε έτσι την πρώτη επιστημονική κριτική σ' ένα νομοσχέδιο που, με πρόσχημα την αντιμετώπιση μιας «κοινωνικής μάστιγας», πλήττει ευθέως τις ατομικές ελευθερίες και ενισχύει τον κατασταλτικό μηχανισμό. Ίσως αυτό δώσει το έναυσμα να γενικευθούν και να ενταθούν οι αντιδράσεις, που είναι ως τώρα μάλλον υποτονικές (άρθρο του Ν. Αλιβιζάτου στην «Αυγή», αναλύσεις στα περιοδικά «Σχολιαστής», «Convoy», «Ακροβασίες» Χαλανδρίου, κ.α.) και, πάντως, μικρής εμβέλειας».

Ενώ, στις 25/10/1986, ο δημοσιογράφος κ. Παντελής Σαββίδης, γράφει στη Θεσσαλονίκη:

«Είναι ιδιαίτερα σημαντική η απόφαση του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης να παρέμβει σ' ένα καυτό κοινωνικό, πολιτικό και επιστημονικό πρόβλημα, συγκροτώντας μια τριμελή Ειδική Επιτροπή (Αναστάσιος Σπηλιόπουλος, πρόεδρος τους ΙΣΘ, Γιώργος Καπρίνης, καθηγητής ψυχιατρικής στο ΑΠΘ και Κλεάνθης Γρίβας, ψυχίατρος) για τη μελέτη και την κριτική του νομοσχεδίου για τα ναρκωτικά που ανακοινώθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1986. Ελπίζουμε πως η πολιτική συνέπεια και η επιστημονική εντιμότητα θα επιτρέψουν τη διατύπωση συμπερασμάτων που θα στρέφονται ευθέως κατά της κυρίαρχης τρομοκρατικής μυθοπλασίας γύρω απ' αυτό το φλέγον πρόβλημα».

Εισηγητής της Ειδικής Επιτροπής ορίσθηκε ο Κλεάνθης Γρίβας ο οποίος, σύμφωνα με το καθορισμένο χρονοδιάγραμμα, παρέδωσε την Εκθεσή του στα άλλα δύο μέλη της στις αρχές Δεκεμβρίου 1986, τα οποία την ενέκριναν πλήρως και την υπέγραψαν στις 12/12/1986.

Όμως οι κυβερνητικοί εγκέφαλοι, για ν' αποφύγουν τις διογκούμενες αντιδράσεις στο νομοσχέδιό τους, το έφεραν εσπευσμένα και εν αγνοία όλων για συζήτηση στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή (ενώ η προσοχή της κοινής γνώμης ήταν στραμμένη στη βουλή που συζητούσε τον προϋπολογισμό) από την οποία και έγινε δεκτό στο σύνολό του, στις 16/12/1986.

Αντιδρώντας σ' αυτές τις άθλιες μεθοδεύσεις των διαχειριστών της εξουσίας, η τριμελής Ειδική Επιτροπή του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, αποφάσισε ομόφωνα να δώσει στη δημοσιότητα την Εκθεσή της στις 5 Ιανουαρίου 1987.

Το πλήρες κείμενο της Έκθεσης δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ελευθεροτυπία, από 5 έως 10 Ιανουαρίου 1987.

γ) Η ψήφιση του νόμου

Η δημοσιοποίηση της Εκθεσης από την εφημ. Ελευθεροτυπία (5 έως 10/1/1987), πυροδότησε ένα κύμα αντιδράσεων σ' ολόκληρη τη χώρα: εφημερίδες, περιοδικά, οργανώσεις, επιτροπές πρωτοβουλίας, ομάδες φοιτητών και πνευματικοί άνθρωποι διατυπώνουν το δικό τους λόγο για ένα πρόβλημα που οι διαχειριστές της εξουσίας επιμένουν να «λύσουν» ερήμην και εναντίον της κοινωνίας.

Μπροστά σ' αυτή την αντίδραση, η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση επιχείρησε μια τακτική αναδίπλωση: Τον Απρίλιο του 1987, ενώ στην ολομέλεια της βουλής είχε αρχίσει η κατ' άρθρο συζήτηση του τερατουργήματος που πρότειναν και είχαν ήδη ψηφιστεί τα δύο πρώτα άρθρα του, αποφασίστηκε αιφνιδίως η «επ' αόριστον» διακοπή της συζήτησής του, και η παραπομπή του στις γνωστές εξουσιαστικές «καλένδες», απ' όπου ανασύρθηκε το μεσοκαλόκαιρο.

Το Καλοκαίρι του 1987, υπό θερμοκρασία 40 βαθμών υπό σκιά, ένας μικρός αριθμός της δράκας των αξιολύπητων «ενθοπατέρων» που απαρτίζουν το θερινό τμήμα της βουλής, ενεργώντας ως αποικιακοί διοικητικοί υπάλληλοι της αμερικανικής αυτοκρατορίας, ψήφισαν (δηλαδή, επικύρωσαν) αυτό το ανακόλουθο, αντιφατικό, αντεπιστημονικό και επικίνδυνο κατασκεύασμα και το επέβαλαν ως νόμο του κράτους.

Έτσι, θεσπίστηκε ο διαβόητος Νόμος 1729/1987, που είναι άγνωστο για πόσο καιρό θα βασανίζει την ελληνική κοινωνία.


5. ΙΑΤΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ: ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ (1986)

ΕΚΘΕΣΗ

ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 1986

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

Κλεάνθης Γρίβας, ψυχίατρος, εισηγητής

Γεώργιος Καπρίνης, αναπλ. καθηγητής ψυχιατρικής

Αναστάσιος Σπηλιόπουλος, πρόεδρος του Ι.Σ.Θ.

 

1. Εισαγωγικά

2. Γενικές παρατηρήσεις

α) Η γλώσσα

β) Ο στόχος

γ) Η μέθοδος

δ) Η δομή και ο χαρακτήρας

ε) Η επιστημονική ασυνέπεια

3. Η Ποινική Λογική

4. Προτάσεις

5. Παράρτημα: Πίνακες

Η Εκθεση έγινε ομόφωνα δεκτή από τα μέλη της Επιτροπής τον Δεκέμβριο 1986. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημ. Ελευθεροτυπία (5 έως 10 Ιανουαρίου 1987) και ανατυπώθηκε ως ένθετο στο περιοδικό Το Τραμ (Θεσσαλονίκη, τεύχος 2, Ιούλιος 1987).

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ (1992)

Το 1986, ο κ. Αναστάσιος Σπηλιόπουλος, ως πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, προσυπέγραψε την Εκθεση (λειτουργώντας ως ντόκτορ Τζέκυλ).

Το 1992, ο κ. Αναστάσιος Σπηλιόπουλος, ως βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, διαχώρισε τη θέση του απ’ αυτή (ενεργώντας ως μίστερ Χάϋντ).


1. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Μέσα στο μπουμπουνητό της βλακείας

βουβαίνεται η λογική...

Ernst Fischer

Η κυβέρνηση επιβεβαιώνοντας την εμμονή της στη μέχρι τώρα εφαρμοσμένη πολιτική της «επίλυσης» των εκάστοτε οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων με την απλή μετονομασία τους, επέλεξε να τοποθετηθεί στο πρόβλημα των ναρκωτικών μ ένα τρόπο που αφενός της επιτρέπει να μη θίγει τα «κακώς κείμενα» και αφετέρου της δίνει τη δυνατότητα να εμφανίζει ένα «προοδευτικό» προσωπείο, καλύπτοντας τους κατασταλτικούς της προσανατολισμούς πίσω από κοινότυπες ψευτο-ανθρωπιστικές διακηρύξεις.

Έτσι, ύστερα από πολύχρονες «ζυμώσεις», στις 9/9/1986 έδωσε στη δημοσιότητα το τρίτο κατά σειρά νομοσχέδιό της για τα ναρκωτικά που εκφράζει την τρίτη αναθεώρηση των απόψεων της (προσφάτως δις «αναδομημένης») πολιτικής ηγεσίας του υφυπουργείου Νέας Γενιάς:

Μια ολοκληρωτικής έμπνευσης νομοθετική κατασκευή που, μέσω ενός μεθοδευμένου προπαγανδιστικού μπαράζ απ όλα τα μέσα μαζικής «ενημέρωσης», προβλήθηκε στην κοινή γνώμη σαν μια «υποδειγματική» και «προοδευτική» ρύθμιση, η οποία είναι δήθεν εναρμονισμένη με όλους τους κανόνες της πολιτικής συνέπειας και της επιστημονικής αντικειμενικότητας.

Όμως, μια οποιαδήποτε στοιχειωδώς προσεκτική, κριτική προσέγγιση του ζητήματος, οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι παρά τις αντίθετες κυβερνητικές διακηρύξεις, το νομοσχέδιο για ναρκωτικά που κατατέθηκε για ψήφιση στη βουλή, από τυπική άποψη δεν αποτελεί παρά μια ανεπιτυχή «μεταγλώττιση» στη δημοτική του ισχύοντος Νομοθετικού Διατάγματος 743/1970 της δικτατορικής περιόδου (με την προσθήκη μερικών άρθρων που προβλέπουν τη δημιουργία ορισμένων νέων γραφειοκρατικών οργάνων διαχείρισης του προβλήματος), ενώ από ουσιαστική άποψη είναι μια νομοθετική ρύθμιση, πολύ πιο κατασταλτική, περιοριστική και αυθαίρετη απ' την προκάτοχό της.

Μ' άλλα λόγια, ύστερα από πολύχρονη οδύνη, το επιτελείο των «εγκεφάλων» μιας αυτο-αποκαλούμενης «σοσιαλιστικής» κυβέρνησης έφερε στον κόσμο (μέσω όχι ενός «φυσιολογικού τοκετού» αλλά μιας τυπικής κλωνικής αναπαραγωγής), τη «βελτιωμένη» και «επαυξημένη», τρομακτική και συγχρόνως τρομοκρατική, επανέκδοση της «αντιναρκωτικής» νομοθεσίας ενός στρατιωτικού δικτατορικού καθεστώτος.

H «ιστορική παραφροσύνη που «ονομάζεται δύναμη» (Α.Camus), ενώ μέχρι τώρα προσπαθούσε να μεταμφιεστεί σε «νόμο», τώρα επιβάλλεται ωμά ως νόμος.

2. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

α) Η ΓΛΩΣΣΑ: «Mεταγλώττιση» στη δημοτική

Το κυβερνητικό νομοσχέδιο για τα ναρκωτικά, κατ' ουσίαν αποτελεί μετάφραση στη δημοτική του ισχύοντος Νομοθετικού Διατάγματος 743/1970 της δικτατορίας, που είναι διατυπωμένο στην «καθαρεύουσα».

Ο μεταγλωττισμός του χουντικού νομοθετήματος «επί το συντηρητικότερο» και η πλήρης φωτοαντιγραφική ενσωμάτωσή του στο προτεινόμενο κυβερνητικό νομοσχέδιο, εναρμονίζεται απολύτως με τις γενικές πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης για την βαθμιαία αυταρχοποίηση των θεσμών και την αντιμετώπιση των προβλημάτων με την απλή μετονομασία τους.

Μια απλή ανάγνωση του επισυναπτόμενου Παραρτήματος Νο 2, όπου γίνεται συγκριτική κατ' άρθρο αντιπαράθεση του προτεινόμενου κυβερνητικού νομοσχεδίου και του αντιγραφόμενου δικτατορικού Νομοθετικού Διατάγματος 743/1970, δείχνει ότι το κύριο βάρος της πολυδιαφημισμένης κυβερνητικής προσπάθειας σχετικά με τα ναρκωτικά είχε μεταφραστικό κι όχι εκσυγχρονιστικό χαρακτήρα.

β) Ο ΣΤΟΧΟΣ: Γραφειοκρατικοποίηση και καταστολή

Κεντρικός στόχος του κυβερνητικού νομοσχεδίου δεν είναι η διαμόρφωση μιας καινοτόμας και ριζοσπαστικής νομοθετικής βάσης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος των ναρκωτικών, αλλά η διευρυμένη αναπαραγωγή της ισχύουσας κατασταλτικής νομοθεσίας, κατάλληλα εξωραϊσμένης και «εκσυγχρονισμένης» με την δημιουργία ορισμένων νέων γραφειοκρατικών μηχανισμών, δυσκίνητων, αναποτελεσματικών και με υψηλό κόστος λειτουργίας, οι οποίοι προβάλλονται ως εμπροσθοφυλακή του κρατικού «ενδιαφέροντος» για τα ναρκωτικά και τα θύματά τους, και λειτουργούν ως άλλοθι της κρατικής εξουσίας για την καθοριστική συμβολή της στη διαρκή αναπαραγωγή του προβλήματος των ναρκωτικών.

Απόδειξη, μεταξύ άλλων και το γεγονός ότι η κρατική εξουσία πάντοτε αποφεύγει προσεκτικά να θέσει επί τάπητος το πρόβλημα της εξάρτησης και των αιτίων της γενικά, αποφασίζοντας και επιβάλλοντας διαρκώς μια μερική και επιλεκτική αντιμετώπισή του.

Κι αυτό γιατί μια τέτοια τοποθέτηση του ζητήματος, επιτρέπει στην κρατική εξουσία, από τη μια μεριά να περιχαρακώνει προστατευτικά το πεδίο ανάπτυξης της νόμιμης εξάρτησης (αλκοόλ, καπνός, διάφορες ψυχοτρόπες ουσίες, κ.α) και να την θωρακίζει απέναντι σε κάθε κοινωνική παρέμβαση, και από την άλλη να προσδιορίζει κατά βούληση τα όρια του πεδίου ανάπτυξης της παράνομης εξάρτησης (οπιούχα, κάνναβη, χασίς, κ.α) και να την εκθέτει σε μια επιλεκτική καταστολή, με αποτέλεσμα να προσπορίζεται τεράστια οικονομικά και πολιτικά οφέλη και στις δύο περιπτώσεις.

γ) Η ΜΕΘΟΔΟΣ: Διασπάσεις, Αναδιατάξεις, Προσθήκες

Η κατασκευαστική «λογική» του κυβερνητικού νομοσχεδίου είναι αποκαλυπτική των προθέσεων και των στόχων των εμπνευστών του που δεν αποβλέπουν στη ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος των ναρκωτικών (δεδομένου ότι κάτι τέτοιο βρίσκεται έξω από τις επιδιώξεις της κρατικής εξουσίας), αλλά στην εμπέδωση και ενδυνάμωση της υφιστάμενης κατασταλτικής αντιμετώπισής τους.

Το κυβερνητικό νομοσχέδιο για τα ναρκωτικά, που αποτελείται από 32 άρθρα, κυριολεκτικά κατασκευάζεται:

1. Με τον λογικά αυθαίρετο κατακερματισμό ορισμένων άρθρων του ΝΔ 743/1970, το οποίο αποτελείται από 20 άρθρα.

2. Με την αναγωγή των επιμέρους τμημάτων των κατακερματιζόμενων άρθρων του ΝΔ 743/1970 σε αυτοτελή άρθρα του κυβερνητικού νομοσχεδίου. Και

3. Με την προσθήκη πέντε νέων άρθρων που προβλέπουν τη συγκρότηση και τη χρηματοδότηση ορισμένων καινούργιων γραφειοκρατικών θεσμών για τη «διαχείριση» του προβλήματος των ναρκωτικών (άρθρα 1,2,3,29,31).

Έτσι, κατακερματίζονται τα άρθρα 1, 7 και 10 του ΝΔ 743/1970, και στη συνέχεια, τα «προϊόντα» αυτού του κατακερματισμού, παρατίθενται ως αυτοτελή άρθρα του κυβερνητικού νομοσχεδίου (άρθρα 4, 10, 12, 19, 22, 27 και 28):

1. Το άρθρο 1 του ΝΔ 743/1970 τεμαχίζεται σε 3 μέρη τα οποία παρατίθενται σαν 3 αυτοτελή άρθρα του κυβερνητικού νομοσχεδίου (άρθρα 4, 27 και 28).

2. Το άρθρο 7 του ΝΔ 743/1970 τεμαχίζεται σε 2 μέρη τα οποία παρατίθενται ως 2 αυτοτελή άρθρα του κυβερνητικού νομοσχεδίου (άρθρα 10 και 12).

3. Το άρθρο 10 του ΝΔ 743/1970 τεμαχίζεται σε 2 μέρη τα οποία παρατίθενται ως 2 αυτοτελή άρθρα του κυβερνητικού νομοσχεδίου (άρθρα 19 και 22).

Μ' άλλα λόγια, με μια «απλή» διάσπαση, αναδιάταξη και μεταγλώττιση τριών άρθρων ενός δικτατορικού νομοθετήματος, κατασκευάζονται ταχυδακτυλουργικά επτά άρθρα ενός «σοσιαλιστικού» νομοσχεδίου.

Το, έτσι κατάλληλα τεμαχισμένο, αναδιαταγμένο και μεταγλωττισμένο ΝΔ 743/1970, ενσωματώνεται εξ' ολοκλήρου στο κυβερνητικό νομοσχέδιο που ολοκληρώνεται με την προσθήκη πέντε άρθρων (1, 2, 3, 29 και 31), από τα οποία τα τρία (1, 2 και 3) θεσπίζουν τη δημιουργία νέων, δυσκίνητων και πολυδάπανων γραφειοκρατικών οργάνων για τη διαχείριση του προβλήματος των ναρκωτικών και των εξαρτημένων , και τα δύο (29 και 31) ρυθμίζουν τη χρηματοδότησή τους.

δ) Η ΔΟΜΗ και Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ

Τα 32 άρθρα του κυβερνητικού νομοσχεδίου μπορούν να ταξινομηθούν σε 4 θεματικές ενότητες :

1. Τα Τυπικά: Δύο άρθρα (30 και 32) που αναφέρονται στις προγενέστερες διατάξεις που καταργούνται (άρθρο 30) και στην έναρξη της ισχύος του νόμου (άρθρο 32).

2. Τα Προδιοριστικά: Τρία άρθρα (4, 27 και 28) που αποπειρώνται ανεπιτυχέστατα να «ορίσουν» το αντικείμενο του κυβερνητικού νομοσχεδίου («ναρκωτικά»), και έτσι αφενός εξαλείφουν τον ορισμό του ΝΔ 743/1970 , άρθρο 1 (που μπορεί να μην είναι επιστημονικά ικανοποιητικός, αλλά είναι ένας κάποιος ορισμός), και αφετέρου αναπαράγουν πολλαπλασιαστικά τη σημερινή σύγχυση σχετικά με το ποιες ουσίες είναι και ποιες δεν είναι «ναρκωτικά», εξοπλίζοντας έτσι την εκτελεστική εξουσία με το αποκλειστικό δικαίωμα να αποφασίζει γι αυτό κατά βούληση και απολύτως αδέσμευτη από οποιαδήποτε επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα, σύμφωνα με τις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητές της.

3. Τα Θεσμικά: Πέντε άρθρα (1, 2, 3, 29, 31) που θεσπίζουν τη δημιουργία νέων γραφειοκρατικών θεσμών για τη διαχείριση του προβλήματος των ναρκωτικών (άρθρο 1), την επανεπικύρωση της ύπαρξης ενός προϋπάρχοντος οργάνου (άρθρο 2), τον καθορισμό του γενικού προσανατολισμού τους (άρθρο 3) και τον προσδιορισμό του τρόπου χρηματοδότησής τους (άρθρα 29 και 31).

4. Τα Κατασταλτικά: Εικοσι-δύο άρθρα (δηλαδή, το 70% του συνόλου των άρθρων) που ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες της καταστολής των ναρκωτικών σε όλα τα επίπεδα (παραγωγή, διακίνηση, εμπορία, κατοχή, χρήση). Απ' αυτά τα 22 κατασταλτικά άρθρα, τα 19 έχουν καθαρά κατασταλτικό χαρακτήρα (5 έως 12, 14 έως 22, 24 και 25), ενώ τα 3 έχουν μικτό κατασταλτικό και «θεραπευτικό» χαρακτήρα (άρθρα 13, 23 και 26) και χρησιμεύουν απλώς ως άλλοθι της θεμελιώδους πολιτικής επιλογής της κυβέρνησης να «αντιμετωπίσει» το πρόβλημα των ναρκωτικών αποκλειστικά και μόνο με την ενδυνάμωση της καταστολής.

Ας σημειωθεί ότι η διάκριση των άρθρων αυτών σε «καθαρά κατασταλτικά» και «μικτά» είναι εντελώς τυπική και γίνεται μόνο για να καταδειχθεί ο αποκλειστικά κατασταλτικός χαρακτήρας του νομοσχεδίου (ο οποίος συγκαλύπτεται από την κυβερνητική προπαγάνδα με κάθε δυνατό τρόπο), δεδομένου ότι τα τρία «μικτά» άρθρα-άλλοθι ρυθμίζουν μόνο τα της «υποχρεωτικής θεραπείας». Και σύμφωνα με την επιστήμη του Ποινικού Δικαίου «κάθε μορφή υποχρεωτικής θεραπείας συνιστά ποινή».

Με βάση τα όσα εκτίθενται παραπάνω, είναι προφανές ότι ο ουσιαστικός χαρακτήρας του κυβερνητικού νομοσχεδίου είναι σχεδόν αποκλειστικά κατασταλτικός. Και απ' αυτή την άποψη, δεν αποτελεί παρά μια συντηρητικότερη και αυστηρότερη «μεταγλωττισμένη» επανέκδοση του δικτατορικού ΝΔ 743/1970.

ε) Η ΕΠΙΣΤΗΜΙΚΗ ΑΣΥΝΕΠΕΙΑ: Αντιφάσεις, Συγχύσεις, Ανακολουθίες

Το κυβερνητικό νομοσχέδιο για τα ναρκωτικά, από επιστημονική άποψη είναι σκόπιμα αντιφατικό και ανακόλουθο, και ως εκ τούτου ανυπόληπτο και επικίνδυνο γιατί μέσα απ' αυτό:

1. Η κρατική εξουσία στην κατάταξη των διαφόρων ουσιών στα «ναρκωτικά» δεν δεσμεύεται από κανένα σαφές και συγκεκριμένο επιστημονικό κριτήριο ή δεδομένο (φαρμακολογικό, βιολογικό ή νευρολογικό), διαφυλάσσοντας μόνο για τον εαυτό της το δικαίωμα να αποφασίζει αυθαίρετα ποιες ουσίες είναι και ποιες δεν είναι «ναρκωτικά». Κι έτσι, αυτο-εξοπλίζεται με νομοθετημένες αρμοδιότητες για τις οποίες δεν προβλέπεται κανένας μηχανισμός ελέγχου, και οι οποίες είναι, συνεπώς, επικίνδυνες από πολιτική και κοινωνική άποψη.

2. Η κρατική εξουσία έχει έτσι απεριόριστες δυνατότητες να ποινικοποιεί ανεξέλεγκτα μερικές ουσίες που δεν είναι εξαρτησιογόνες (όπως, π.χ., τα παράγωγα της κάνναβης), και να νομιμοποιεί, επίσης ανεξέλεγκτα, ορισμένες άλλες που είναι εξαρτησιογόνες (όπως το αλκοόλ, ο καπνός, διάφορα ψυχοφάρμακα, κ.α.) αλλά συμβαίνει να έχουν μεγάλο και εκμεταλλεύσιμο, οικονομικό και πολιτικό βάρος.

3. Η κρατική εξουσία μονοπωλεί το δικαίωμα της αντεπιστημονικής ταύτισης ανόμοιων μεταξύ τους ουσιών και της αυθαίρετης από κοινού κατάταξής τους στην ποινική κατηγορία των «ναρκωτικών» (που βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με κάθε επιστημονική ταξινόμηση), και έτσι αυτο-αποκαλύπτεται στο διπλό της ρόλο του προαγωγού και του δήθεν «πολέμιου» της εξάρτησης , συγχρόνως.

Ασκώντας ανεξέλεγκτα αυτό το αποκλειστικό της δικαίωμα, η κρατική εξουσία, από τη μια μεριά προωθεί τη νόμιμη εξάρτηση (αλκοόλ, καπνός, κ.α.) στα πλαίσια της οποίας προσπορίζεται τεράστια οικονομικά και πολιτικά οφέλη, και από την άλλη εμφανίζεται να «αντιμάχεται» την παράνομη εξάρτηση (οπιούχα κ.α.) πραγματοποιώντας επίσης τεράστια οικονομικά και πολιτικά κέρδη, ανάμεσα στα οποία σημαντική θέση κατέχει η συνεχής διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας και των κατασταλτικών μηχανισμών της (πράγμα που εξυπακούει τη συνεχή αποδυνάμωση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών), στο όνομα της «προστασίας» της κοινωνίας απ τα ναρκωτικά.

3. Η ΠΟΙΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

«Κάθε φορά που ο νομοθέτης θεσπίζει αλόγιστα

μια νέα κατηγορία εγκλημάτων,

παράγει μια καινούργια κατηγορία εγκληματιών».

Thomas Szasz

Το κυβερνητικό νομοσχέδιο για τα ναρκωτικά στοχεύοντας στη διευρυμένη αναπαραγωγή της κατασταλτικής λογικής του προκατόχου του ΝΔ 743/1970, αποτελεί ουσιαστική συμβολή στην αναγωγή της ποινικοποίησης σε μοναδικό μέσο «επίλυσης» των κοινωνικών προβλημάτων, επιταχύνοντας μ' αυτό τον τρόπο την πορεία της μετάβασης από το κράτος-πρόνοιας στο κράτος-ασφάλειας.

Έτσι, λειτουργώντας συμπληρωματικά με άλλες νομοθετικές ρυθμίσεις που θίγουν έμμεσα ή άμεσα τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες, επιβάλλει στο χώρο αναφοράς του μια πραγματική και μια εν δυνάμει δυνατότητα για ποινικοποίηση κάθε δραστηριότητας που συνδυάζεται ή μπορεί να συνδυαστεί με το σκόπιμα ασαφώς προσδιορισμένο αντικείμενό του (τα ναρκωτικά), δεδομένου ότι :

1. Δεν κάνει διάκριση μεταξύ εξαρτησιογόνων και μη-εξαρτησιογόνων ουσιών ή μεταξύ μαλακών και σκληρών ναρκωτικών (όπως θα όφειλε να κάνει), πράγμα που:

α) Θα μείωνε τρομακτικά σωρεία αδίκως ποινικοποιημένων δραστηριοτήτων και θα εξάλειφε ριζικά όλες τις ατομικές και κοινωνικές τραγωδίες που αναγκαία συνεπάγεται η ποινικοποίησή τους.

Είναι περιττή και η απλή υπόμνηση των αυτονόητων ατομικών και κοινωνικών πλεονεκτημάτων που θα προέκυπταν αυτόματα από την αποποινικοποίηση της χρήσης μιας μη-εξαρτησιογόνας ουσίας όπως η κάνναβη (χασίς), αν ληφθεί υπόψη ότι στη χώρα μας, το σύνολο των περιστασιακών και συστηματικών καταναλωτών της κυμαίνεται μεταξύ 600.000 και 1.000.000, πράγμα που σημαίνει ότι περίπου το 10% του συνολικού πληθυσμού είναι διαρκώς εν δυνάμει αντικείμενο ποινικής δίωξης.

β) Θα περιόριζε σημαντικά τις συνεχώς αυξανόμενες αρμοδιότητες των κατασταλτικών μηχανισμών (και τους κινδύνους που για τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες που εγκυμονεί αυτή η αύξηση, θα μείωνε εντυπωσιακά το φόρτο εργασίας των διωκτικών, δικαστικών και σωφρονιστικών μηχανισμών, και θα απάλλασσε την κοινωνία από ένα μεγάλο μέρος του κόστους λειτουργίας τους (βλ. πίνακα 5).

γ) Θα εξάλειφε τη σημερινή, αντεπιστημονική νομοθετική ταύτιση των εξαρτησιογόνων και των μη-εξαρτησιογόνων ουσιών και τη συνακόλουθη διάκριση μεταξύ του δίπτυχου αλκοόλ-καπνός και της κάνναβης (που είναι σαφώς μεροληπτική υπέρ του αλκοόλ και καπνού), πράγμα που θα καταργούσε την υφιστάμενη, επίσης μεροληπτική, ποινική αντιμετώπισή τους και τις συνεπαγόμενες αρνητικές επιπτώσεις της σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο.

Αυτή η αστήρικτη νομική διάκριση, όχι μόνο παράγει νέες κατηγορίες «εγκληματιών» και προκαλεί μια σωρεία δεινών για το άτομο και την κοινωνία, αλλά επιπλέον είναι επιλήψιμη αφ' εαυτής γιατί βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την βασική δικαιϊκή αρχή της «ίσης προστασίας», σύμφωνα με την οποία «σε κάθε επικίνδυνη συμπεριφορά πρέπει να αντιστοιχεί και το ανάλογο επίπεδο προστασίας και νομικού ελέγχου».

Κι αυτή, ακριβώς, η βάναυση παραβίαση της αρχής της «ίσης προστασίας» αναφορικά με την αντεπιστημονική ταύτιση εξαρτησιογόνων και μη-εξαρτησιογόνων ουσιών και τη μεροληπτική νομοθετική και ποινική αντιμετώπιση του καπνού-αλκοόλ και κάνναβης, εγείρει το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου, πράγμα που αναγνωρίστηκε κι από την National Commission on Marihuana Drug Abuse των ΗΠΑ. [National Commission on Marihuana Drug Abuse. Εκθεση με τίτλο «Marihuana, a Signal of Misunderstanding», 1972, σ. 71]

2) Δεν ορίζει την έννοια της εξάρτησης με την οφειλόμενη απροκατάληπτη επιστημονική συνέπεια και ακρίβεια, πράγμα που θα διέλυε οριστικά τη σημερινή σκόπιμη νομοθετική σύγχυση, με όλα τα συνακόλουθα ατομικά και κοινωνικά πλεονεκτήματα.

3) Δεν ορίζει τις έννοιες του εξαρτημένου και του μη-εξαρτημένου χρήστη, με την πρέπουσα επιστημονική αντικειμενικότητα και σαφήνεια, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα:

α) Ο μη-εξαρτημένος (δηλαδή ο χρήστης μιας ουσίας που δεν προκαλεί εξάρτηση, όπως, π.χ. η κάνναβη) να αντιμετωπίζει διαρκώς το ενδεχόμενο μιας καταδίκης σε βαριές ποινές φυλάκισης για μια σωρεία «συναφών αδικημάτων» (προμήθεια, κατοχή, χρήση, κ.α). Και προκειμένου να την αποφύγει, εξαναγκάζεται να επιδιώκει να χαρακτηριστεί «εξαρτημένος», επωμιζόμενος όλες τις απαξιωτικές συνέπειες αυτού του χαρακτηρισμού (άρθρο 12).

β) Ο εξαρτημένος (δηλαδή, ο εξαρτημένος από μια ουσία που προκαλεί σωματική εξάρτηση, όπως, π.χ., η ηρωίνη) να είναι υποκείμενο μιας καταδίκης ή σε φυλάκιση ή σε «υποχρεωτική θεραπεία» ή σε κάποιο νεφελώδη συνδυασμό αυτών των δύο, και να αντιμετωπίζεται άλλοτε ως άρρωστος, άλλοτε ως εγκληματίας, κι άλλοτε ως άρρωστος και εγκληματίας συγχρόνως, κατά την κρίση του εκάστοτε δικαστηρίου (άρθρα 12, 13, 14, 23 και 27).

Αυτή η, εμφανώς παράλογη, θεώρηση του ζητήματος, επιβάλλει στην κρατική εξουσία:

α) Να αποδείξει με επιστημονικά επιχειρήματα ότι η κάνναβη προκαλεί εξάρτηση και ότι, κατά συνέπεια, ο χρήστης της είναι «εξαρτημένος» (πράγμα που βεβαίως αδυνατεί να κάνει) ή να αποποινικοποιήσει τη χρήση της, εξαλείφοντας μια απειρία προσωπικών δραμάτων και απαλλάσσοντας την κοινωνία από το δυσβάστακτο οικονομικό και πολιτικό τίμημα που καταβάλλει στο όνομα της ύπαρξης μιας ευάριθμης ομάδας σκοπίμως κατασκευασμένων «εγκληματιών».

β) Να αποφανθεί οριστικά με επιστημονικά επιχειρήματα, εάν ο εξαρτημένος είναι άρρωστος ή εγκληματίας, πράγμα που θα ξεκαθαρίσει αυτόματα και τον τρόπο αντιμετώπισής του. Γιατί εάν είναι άρρωστος, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα των διωκτικών αρχών και του ποινικού δικαίου, ενώ εάν είναι εγκληματίας δεν μπορεί να εμπίπτει πρωταρχικά στην αρμοδιότητα της ιατρικής, εκτός κι αν η εξουσία έχει συμφέρον να συγχέεται σκόπιμα ο γιατρός με το χωροφύλακα, το νοσηλευτήριο με το κρατητήριο και το ιατρικό συμβούλιο με το δικαστήριο, με τρόπο ώστε όλα αυτά τα στοιχεία να εναλλάσσονται μεταξύ τους στους ρόλους τους, και να εκδίδουν αυθαιρέτως, νομιμοφανώς και εναλλάξ, ιατρικές γνωματεύσεις και δικαστικές αποφάσεις, σύμφωνα με τις επιταγές της κρατικής εξουσίας.

4) Δεν ορίζει τις έννοιες του εμπόρου των ναρκωτικών και της μικροποσότητας για προσωπική χρήση (άρθρο 12), με δεσμευτική ακρίβεια.

Σκοπίμως αφήνει αυτό το ζήτημα στην κρίση του εκάστοτε δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να υπάρχει εμφανής ανομοιογένεια στις εκτιμήσεις των διαφόρων δικαστικών αποφάσεων και να παραβιάζεται έτσι η συνταγματική επιταγή της ισότητας των πολιτών ενώπιον του νόμου. Γιατί συμβαίνει «ένα πενταμελές εφετείο να καταδικάζει κάποιον σαν έμπορο για ποσότητα 100 και 200 γραμμαρίων χασίς, και άλλο πενταμελές εφετείο να κρίνει ότι 1.200 γραμμάρια χασίς που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου, ήταν προμήθεια για δική του χρήση» (Ν. Γαλεάδης, ποινικολόγος).

Οι διαχειριστές της εξουσίας, εμμένοντας σκόπιμα σε τούτο τον προφανή «παραλογισμό», αρνούνται να δεσμευτούν με έναν ακριβή προσδιορισμό της έννοιας της «μικροποσότητας», παραβλέποντας εσκεμμένα την απόλυτα θετική εμπειρία των περισσότερων δυτικών χωρών που από πολλά χρόνια εφάρμοσαν τον ακριβή νομοθετικό προσδιορισμό της έννοιας της «μικροποσότητας που προορίζεται για προσωπική χρήση», θέτοντας (οι πιο πολλές) ως όριο την κατοχή μέχρι μιας ουγκιάς, δηλαδή 28,5 γραμμαρίων. Κι αυτή ακριβώς η εμμονή των διαχειριστών της εξουσίας, καθιστά άκρως ύποπτες όλες τις επιλογές τους και αποδεικνύει εντελώς ανυπόληπτες τις διακηρυγμένες «καλές» προθέσεις τους (όπως καταδεικνύεται και στην επόμενη παράγραφο).

5) Νομιμοποιεί (και μονιμοποιεί) την κατάδοση ως κύριο μέσο για την αντιμετώπιση των δραστηριοτήτων που συνδέονται με τα ναρκωτικά (άρθρο 24), αντιγράφοντας και μεταγλωττίζοντας την αντίστοιχη ρύθμιση του δικτατορικού ΝΔ 743/197 (άρθρο 8), πράγμα που :

α) Αποδεικνύει την εμμονή της κρατικής εξουσίας στην ηθικά απαράδεκτη αρχή ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», ανάγοντας την κατάδοση σε «καθήκον», «αρετή» και «μέσο αποφυγής της τιμωρίας», με ανυπολόγιστες αρνητικές επιδράσεις στην εξέλιξη της κοινωνίας.

β) Αποδεικνύει την πλήρη ανικανότητα της πολιτείας να αντιμετωπίσει «αυτοδύναμα» ένα συγκεκριμένο αδίκημα.

γ) Αφήνει μεγάλα περιθώρια για αθέμιτες συναλλαγές ανάμεσα σε διώκτες και των διωκόμενους (με σημαντικότερες ανάμεσά τους εκείνες που συνδέονται με τη δυνατότητα εξαγοράς των «ευεργετημάτων» του άρθρου από τον διωκόμενο, έναντι υψηλής αμοιβής σε ορισμένους διώκτες).

Πρόκειται για «ρυθμίσεις» που λειτουργούν αντικειμενικά προς όφελος των οικονομικά προνομιούχων κατηγορουμένων που μπορούν να καταβάλουν το υψηλό αντίτιμο της «εξαγοράς», και επιβεβαιώνουν σ' ένα ακόμη επίπεδο τον ταξικό χαρακτήρα των αδικημάτων που συνδέονται με τα ναρκωτικά και των δυνατοτήτων διαφυγής ή όχι απ τις ποινικές κυρώσεις που συνεπάγονται.

δ) Λειτουργεί αντικειμενικά προς όφελος των μεγαλοδιακινητών των ναρκωτικών, παρέχοντάς τους μεγάλα περιθώρια να αποφύγουν την τιμωρία. Γιατί κατά κανόνα μόνο αυτοί έχουν (λόγω της θέσης του στο κύκλωμα) τη δυνατότητα να συντελέσουν στην «ανακάλυψη μιας πράξης βαρύτερης απ' αυτή για την οποία κατηγορούνται», προκειμένου να εξασφαλίσουν την ατιμωρησία τους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 24.

6) Σε ορισμένες περιπτώσεις, αίρει και τις ελάχιστες εγγυήσεις που παρέχει κι αυτό ακόμα το δικτατορικό ΝΔ 743/1970, εξοπλίζοντας τους διωκτικούς μηχανισμούς, με αρμοδιότητες που καθιστούν κάθε πολίτη εν δυνάμει θύμα των όποιων κατασταλτικών σκοπιμοτήτων.

α) Το άρθρο 3 (παρ. 1) του ΝΔ 743/1970, που ορίζει τα σχετικά με την ποινική δίωξη οποιουδήποτε «εν γνώσει αποστέλλει ή παραλαμβάνει δέματα...ή επιστολάς περιέχουσας οιανδήποτε ναρκωτική ουσία ή έδωκεν εντολήν εις έτερον δια τοιαύτην αποστολήν ή παραλαβήν», αντιγράφεται λέξη προς λέξη από το άρθρο 5 (παρ. Η) του κυβερνητικού νομοσχεδίου με την παράλειψη του εγγυητικού «εν γνώσει», πράγμα που δίνει σε οποιονδήποτε τη δυνατότητα να το χρησιμοποιεί εναντίον οποιουδήποτε, για λόγους που μπορούν να καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα επιδιώξεων, από εκκαθαρίσεις προσωπικών λογαριασμών μέχρι εξουδετερώσεις πολιτικά «ανεπιθύμητων» ατόμων.

β) Στην ίδια ακριβώς κατασταλτική λογική, εντάσσεται και το άρθρο 10 του κυβερνητικού νομοσχεδίου, το οποίο αντιγράφοντας επί το χειρότερο το άρθρο 7 του ΝΔ 743/1970,προβλέπει την ποινική δίωξη όποιου οδηγεί μεταφορικό μέσο «υπό την επίδραση ναρκωτικών», χωρίς να παρέχεται στον πολίτη και η παραμικρότερη εγγύηση. Που δεν είναι δύσκολο να παρασχεθεί εάν και εφόσον προσδιοριστούν με ακρίβεια οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί ότι κάποιος οδηγεί υπό την επίδραση ναρκωτικών, ποιος ελέγχει αυτές τις συνθήκες, από ποιόν και πώς διαπιστώνεται εάν τελεί υπό την επίδραση ναρκωτικών ή όχι.

Η άρνηση των εμπνευστών του κυβερνητικού νομοσχεδίου να δώσουν έστω και στοιχειώδεις εγγυήσεις, καθιστά αυτόματα κάθε πολίτη έρμαιο των παρορμήσεων, των διαθέσεων ή των σχεδίων των διωκτικών μηχανισμών, γιατί στα όργανά τους εναπόκειται τελικά να κρίνουν για ποιόν θα κινηθεί η (χρονοβόρα και στερητική της ελευθερίας του) διαδικασία του εργαστηριακού ελέγχου για το αν τελεί υπό την επίδραση ναρκωτικών ή όχι. Και καθένας μπορεί να φανταστεί πώς είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται αυτή η πρωτοφανής δυνατότητα των κατασταλτικών μηχανισμών να δρουν «νομιμοποιημένα» αυθαιρέτως εναντίον οποιουδήποτε.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, αυτή η ρύθμιση παραβιάζει ευθέως την αρχή της Ισότητας των Πολιτών ενώπιον του νόμου και την αρχή της ίσης προστασίας, γιατί διαφοροποιεί την ποινική μεταχείριση των ατόμων που οδηγούν υπό την επίδραση ναρκωτικών (που αποτελεί κακούργημα και επισύρει βαρύτατες ποινές) και των ατόμων που οδηγούν υπό την επίδραση αλκοόλ (που αποτελεί πλημμέλημα και επισύρει ελαφρότερες ποινές).

Κι αυτό, παρά τις επιστημονικές τεκμηριώσεις του γεγονότος ότι οποιαδήποτε σύγκριση των επιπέδων αυτο-ελέγχου υπό την επίδραση του αλκοόλ αφενός και της κάνναβης αφετέρου, αποβαίνει υπέρ της κάνναβης και σε βάρος του αλκοόλ, από κάθε άποψη:

α) Σε ό,τι αφορά την οδήγηση, «η τοξίνωση από οινόπνευμα είναι πιο επικίνδυνη για την ασφάλεια της κυκλοφορίας από την τοξίνωση με μαριχουάνα»

(βλ. μεταξύ πολλών άλλων εκθέσεων και την «Τρίτη Ετήσια Αναφορά του Υπουργείου Υγείας στο Κογκρέσο των ΗΠΑ, 1973» του Εθνικού Ινστιτούτου Φαρμακευτικής Κατάχρησης, Εθνικό Τυπογραφείο των ΗΠΑ, Ουάσιγκτον,1974).

β) Σε ό,τι αφορά την επιθετικότητα, το αλκοόλ είναι «άμεση ή έμμεση αιτία του 50% των ανθρωποκτονιών, του 25% των αυτοκτονιών και του 48% των τροχαίων ατυχημάτων», ενώ αντίθετα «η κάνναβη μετριάζει τις επιθετικές τάσεις».

[Βλ. μεταξύ άλλων και την Εκθεση του 1972 της National Commission on Marihuana Drug Abuse, ο.π.

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία (ελάχιστα μόνο απ' τα αναφερόμενα στη σχετική διεθνή βιβλιογραφία) και με δεδομένη την απόλυτη αδυναμία να υποστηριχθεί με επιστημονικά επιχειρήματα η εμμονή των κυβερνητικών «εγκεφάλων» στην αυθαίρετη αναγωγή της κάνναβης σε «ναρκωτικό» και στην αντιφατική (και επιφανειακά παράλογη) διαφορετική ποινική αντιμετώπιση των χρηστών αλκοόλ και των χρηστών κάνναβης (τόσο γενικά όταν κάνουν απλή χρήση, όσο και ειδικά όταν οδηγούν υπό την επίδρασή τους), αφήνει περιθώρια μόνο σε πολιτικές ερμηνείες του φαινομένου, οι οποίες άπτονται των πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων που καθορίζουν τις επιλογές της κρατικής εξουσίας.

γ) Επιπροσθέτως, είναι προφανές ότι τα ψελλίσματα της έμμισθης κυβερνητικής προπαγάνδας για την κάνναβη ως «προστάδιο της ηρωίνης» (η περίφημη «θεωρία της κλιμάκωσης») και οι παρεμφερείς αφέλειες που προβάλλονται ως «επιχειρήματα» από τους διαχειριστές της εξουσίας, μπορούν να «πείθουν» μόνο απληροφόρητους και ανυποψίαστους αλλά δεν μπορούν να επικαλύψουν την επιστημονική κενότητα και την λογική στρεψοδικία των κυβερνητικών «θέσεων» και κάνουν πιο διαφανείς τους ανομολόγητους αντιδραστικούς κοινωνικούς και πολιτικούς στόχους τους.

Οι ατομικές και πολιτικές ελευθερίες μας θα βρίσκονται σε κίνδυνο για όσο καιρό η κρατική εξουσία θα μπορεί, μεταξύ άλλων και, να επιβάλει ευνοϊκή κοινωνική μεταχείριση σε ουσίες επικίνδυνες από ατομική και κοινωνική άποψη (όπως το αλκοόλ) και εξοντωτική ποινική μεταχείριση σε συγκριτικά απείρως πιο ακίνδυνες ουσίες (όπως η κάνναβη).

7) Ποινικοποιεί την έκφραση απόψεων για τα ναρκωτικά, που δεν εναρμονίζονται με τις επιλογές της κρατικής εξουσίας, και ουσιαστικά ποινικοποιεί την ελευθερία της έκφρασης με το πρόσχημα της προστασίας της (βρεφοποιημένης) κοινωνίας από τα ναρκωτικά. Για το σκοπό αυτό, στο κυβερνητικό νομοσχέδιο προβλέπεται η ποινική δίωξη οποιουδήποτε «παρακινεί ή προκαλεί άλλον... ή διαφημίζει... ή παρέχει πληροφορίες... με σκοπό τη διάδοση των ναρκωτικών» (άρθρο 9).

Αυτή η σκοπίμως γενική και ασαφής διατύπωση, που στρέφεται ευθέως κατά της ελευθερίας της έκφρασης, γίνεται με την απόπειρα να διασκεδαστεί με τη διευκρίνηση ότι δεν αποτελεί αδίκημα «η διατύπωση γνώμης ή επιστημονικής κρίσης... όταν γίνεται από δικαιολογημένο κοινωνικό ενδιαφέρον».

Είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για μια αυτοαναιρούμενη εξαίρεση που χρησιμεύει ως άλλοθι των κατασταλτικών προσανατολισμών της κρατικής εξουσίας. Γιατί με δεδομένη την ελαστικότητα και την πολλαπλότητα των ερμηνειών που επιδέχονται οι έννοιες «γνώμη» ή «επιστημονική άποψη» (η οποία μάλιστα διατυπώνεται από... «δικαιολογημένο κοινωνικό ενδιαφέρον»), ύστατος παράγοντας στον προσδιορισμό του πολυσήμαντου περιεχομένου τους αναγκαστικά η ίδια η κρατική εξουσία.

Μ' άλλα λόγια, με τούτη τη ρύθμιση διαμορφώνεται μια κατάσταση στην οποία είναι αποκλειστικό προνόμιο της κρατικής εξουσίας οι απαντήσεις στα βασικά ερωτήματα (ποιος και πώς αποφασίζει τι είναι «γνώμη», «επιστημονική κρίση» ή «κοινωνικό ενδιαφέρον», και ποιος και πώς αποφασίζει πότε αυτό το ενδιαφέρον είναι «δικαιολογημένο» ή όχι), από τα οποία εξαρτάται η ποινική δίωξη κάθε άποψης ή γνώμης για τα ναρκωτικά.

Όμως, ακόμη και για την απίθανη περίπτωση που τούτη η αυτοαναιρούμενη εξαίρεση αφήνει κάποιο περιθώριο για τη διατύπωση απόψεων που είναι αντίθετες με τα συμφέροντα της κρατικής εξουσίας, οι εμπνευστές του κυβερνητικού νομοσχεδίου σπεύδουν να διασφαλίσουν τον μείζονα εργοδότη τους, διευκρινίζοντας ότι ακόμη κι αυτή η «εξαίρεση» δεν εφαρμόζεται «εάν από τον τρόπο της διατύπωσης ή τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη, προκύπτει σκοπός πρόκλησης ή διαφήμισης» (άρθρο 9, παρ. 2) που «κύριος οίδε» πώς μπορεί να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται...

Εάν στην πορεία προς την καθολική ποινικοποίηση της κοινωνίας, που ευαγγελίζεται η κρατική εξουσία, είναι απαραίτητη η μετάβαση από την ανεξέλεγκτη ποινικοποίηση οποιασδήποτε πράξης ερμηνεύεται ως εναντίωση στην εξουσία στην αυθαίρετη ποινικοποίηση της έκφρασης οποιασδήποτε σκέψης δεν είναι αρεστή σ' αυτή, τότε το κυβερνητικό νομοσχέδιο γενικά και το ακραιφνούς ναζιστικής έμπνευσης άρθρο 9 ειδικά, κάνει ένα αποφασιστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Εγκληματοποιώντας τη διατύπωση ορισμένων απόψεων που είναι ανεπιθύμητες για την εξουσία, περιορίζει δραστικά την ελευθερία της έκφρασης και εγκαινιάζει το δρόμο που οδηγεί στην πλήρη κατάργησή της.

8) Εισάγει και καθιερώνει την αρχή της συλλογικής ευθύνης, που είναι ολοκληρωτικής έμπνευσης.

Με το άρθρο 21 του νομοσχεδίου, κατά την ανακριτική διαδικασία σε αδικήματα σχετικά με τα ναρκωτικά, «ο ανακριτής... μπορεί να καλεί οικείους, κατά το άρθρο 13 του Ποινικού Κώδικα, του κατηγορούμενου και να λαμβάνει ένορκες καταθέσεις τους για τα περιουσιακά στοιχεία» (παρ. 6), ενώ στη συνέχεια «μπορεί να προβεί σε όλες τις πράξεις κατάσχεσης (των περιουσιακών στοιχείων) χωρίς να απαγγείλει προηγουμένως κατηγορία εναντίον τους, εάν δεν αποδεικνύεται ή δεν πιθανολογείται ότι τα αντικείμενα αυτά δεν σχετίζονται με έγκλημα προβλεπόμενο στο νόμο αυτό» (παρ. 7).

Πρόκειται για μια επαίσχυντη «σύλληψη» της (ολοκληρωτικής έμπνευσης, καταγωγής και εφαρμογής) αρχής της «συλλογικής ευθύνης», η οποία αν μη τι άλλο αποκαλύπτει τις γνωστές αντιλήψεις περί «δημοκρατίας» των εμπνευστών της.

Σε σχέση μ' αυτή τη διάταξη, που αποτελεί μια απ' τις πιο επικίνδυνες στο σύνολο των επικίνδυνων ρυθμίσεων που επιχειρεί το νομοσχέδιο, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει τα εξής:

α) Η αρχή της συλλογικής ευθύνης είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις διάφορες εκφράσεις του ολοκληρωτισμού. Στον αιώνα μας, συνδέθηκε με τις πλέον εφιαλτικές πλευρές του Ναζισμού και του Μπολσεβικισμού. [Σοβιετικός Κώδικας Νόμων του 1935, άρθρα 19 και 155 και Διάταγμα της 8/6/1934, παράγραφος. 3, Ισβέστια, 9/6/1934]

Και δεν υφίσταται στη νομοθεσία καμιάς κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (πράγμα που σημαίνει ότι μετά την ψήφιση του άρθρου 21, η χώρα μας θ' αποτελεί μια μοναδική και θλιβερή εξαίρεση διεθνώς).

β) Το άρθρο 21 του νομοσχεδίου μεγαλώνει αυθαίρετα και απεριόριστα τον κύκλο των ατόμων που μπορούν (ελέω κάποιας τυχαίας συγγενικής σχέσης) να υποστούν τις συνέπειες ενός νόμου που δεν παραβίασαν, μόνο και μόνο γιατί ως «οικείοι» ενός κατηγορούμενου είναι διαρκώς, αβασανίστως και εν δυνάμει ένοχοι ή καθ' υποψίαν «ένοχοι» ή αθώοι «ένοχοι». Ο αριθμός των ανθρώπων που εισάγονται ή είναι δυνατόν να εισαχθούν σ' αυτό τον κύκλο της ποινικής κόλασης, είναι απροσδιόριστος, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 13 του Π.Κ., στο οποίο παραπέμπει το κυβερνητικό νομοσχέδιο, «οικείοι» είναι: «Οι συγγενείς εξ' αίματος και εξ' αγχιστείας σε ευθεία γραμμή, οι θετοί γονείς και τα θετά τέκνα, οι αδελφοί και οι σύζυγοι και οι μνηστήρες των αδελφών, οι επίτροποι ή επιμελητές του υπαίτιου, και όσοι βρίσκονται υπό την επιτροπεία ή την επιμέλειά του» (παρ. 2). Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, εύλογα γεννιέται ένα μέγα ερώτημα: Μέσα σ' αυτό το καθολικά ποινικό σύμπαν, ποιος δεν βρίσκεται κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη του ανεξέλεγκτου κρατικού υπαλλήλου που ενεργεί την ανάκριση;

γ) Το άρθρο 21 του νομοσχεδίου, καταστρατηγώντας κάθε έννοια δικαιοσύνης, αποσπά βίαια τον πολίτη από τους φυσικούς του δικαστές και τον παραδίδει έρμαιο στους ανακριτικούς υπαλλήλους της κρατικής εξουσίας, οι οποίοι εξοπλίζονται με το πρωτοφανές (και εξωφρενικό για μια κοινοβουλευτική δημοκρατία) δικαίωμα να επιβάλουν ποινές σε πολίτες (π.χ., κατάσχεση της περιουσίας) όχι μόνο χωρίς να έχει εκδοθεί κάποια σχετική δικαστική απόφαση, αλλά χωρίς καν να έχει απαγγελθεί προηγουμένως οποιαδήποτε κατηγορία εναντίον τους, «αν δεν αποδεικνύεται» από τους... άνευ κατηγορίας-κατηγορούμενους «οικείους» του... κατηγορούμενου (!) ή «εάν δεν πιθανολογείται» (!) από τον... ανακριτή, ότι τα περιουσιακά τους στοιχεία δεν σχετίζονται (!) με έγκλημα που προβλέπεται στο νομοσχέδιο, που όπως είναι φανερό, σύντομα θα αναχθεί σε «νόμο», εγκαινιάζοντας ένα δρόμο που οδηγεί στην άρση κάθε έννοιας νόμου και δικαίου.

δ) Το άρθρο 21 του νομοσχεδίου ναρκοθετεί τα θεμέλια της αντίληψης που διέπει τη θεωρία και την πρακτική της απονομής της δικαιοσύνης σε όλες τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, σύμφωνα με την οποία είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδεικνύει την ενοχή του κατηγορούμενου, ο οποίος θεωρείται αθώος μέχρι να κριθεί ένοχος. Οι εμπνευστές του νομοσχεδίου ανατρέπουν αυτή τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή και, αντιγράφοντας το μοντέλο που ισχύει στα ολοκληρωτικά καθεστώτα που θαυμάζουν, την αντιστρέφουν και καθιερώνουν την υποχρέωση του κατηγορούμενου να αποδείξει την αθωότητα του.

Γιατί, αυτό ακριβώς είναι το νόημα τόσο της παρ. 6, κατά την οποία ο «οικείος» του κατηγορούμενου που καλείται από τον ανακριτή, οφείλει να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία για τον τρόπο απόκτησης της περιουσίας του, όσο και της παρ. 7 του άρθρου 21, κατά την οποία, ο καλούμενος «οικείος» οφείλει να αποδείξει (άγνωστο πώς) ότι η περιουσία του «δεν σχετίζεται» με έγκλημα προβλεπόμενο από το νόμο περί ναρκωτικών).

Εάν αποδείξει πως είναι αθώος (παρά το γεγονός ότι δεν κατηγορείται για οτιδήποτε), παρόλο που είναι «οικείος» ενός κατηγορούμενου (δηλαδή ενός ατόμου που δεν έχει κριθεί ακόμη η ενοχή ή η αθωότητα του), και εάν καταφέρει να πείσει τον ανακριτή να «μη πιθανολογήσει» (έλεος) για άλλες εκδοχές του τρόπου απόκτησης της περιουσίας του, αποφεύγει τη κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων. Προσωρινά βεβαίως και μέχρις ότου «υποτροπιάσει» ο εν λόγω «οικείος» του ή κατηγορηθεί κάποιος άλλος από τους τόσους (παρά τη θέλησή του) «οικείους» του.

Απέναντι σ' αυτή την τρομοκρατική νομοθετική ρύθμιση που παραπέμπει ευθέως στις εφιαλτικές σχέσεις της Οργουελιανής κοινωνίας του «1984», ο Έλληνας πολίτης στερημένος από κάθε δυνατότητα υπεράσπισης του εαυτού του από την αυθαιρεσία της εξουσίας, είναι υποχρεωμένος ή να αγωνιστεί εναντίον όλων των εξουσιαστικών μεθοδεύσεων αυτού του είδους ή να διεκδικήσει το δικαίωμά του να έχει πλήρη νομική ισχύ η Δήλωση Αποκήρυξης όλων των... συγγενών του.

9) Ποινικοποιεί ορισμένες θεραπευτικές πράξεις και ορισμένες θεραπευτικές δυνατότητες. Συγκεκριμένα,

Με τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου για τα ναρκωτικά, η κρατική εξουσία:

Υποκαθιστά την ιατρική στον προσδιορισμό μιας παθολογικής κατάστασης.

Απαγορεύει στο γιατρό να παρέχει θεραπευτικές υπηρεσίες σε ορισμένες περιπτώσεις (καθιστώντας τον ούτως ή άλλως, ποινικά υπόλογο).

Υπαγορεύει στο γιατρό, τον τρόπο αντιμετώπισης γνήσια ιατρικών παθολογικών καταστάσεων. Και,

Στερεί το θεραπευτικό οπλοστάσιο της ιατρικής από ένα φάρμακο αξιοσημείωτης αποτελεσματικότητας.

α) Η εμμονή της κρατικής εξουσίας στην (απολύτως αδικαιολόγητη) ποινικοποίηση της χρήσης της κάνναβης (χασίς), απαγορεύει στους γιατρούς να χρησιμοποιούν ένα ακίνδυνο και σε μερικές περιπτώσεις αναντικατάστατο φάρμακο (που είναι μοναδικά αποτελεσματικό στον έλεγχο της ενδοφθάλμιας υπέρτασης από την οποία κάθε χρόνο οδηγούνται σε πλήρη απώλεια της όρασής τους δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι σ' όλο τον κόσμο).

Η κρατική εξουσία που υποδύεται την ύψιστη έκφραση του ορθολογισμού, μονοπωλώντας το δικαίωμα να επιτρέπει ή όχι ανεξέλεγκτα την κυκλοφορία των διαφόρων φαρμάκων, άλλοτε ευλογεί τη διάθεση άχρηστων ή και επικίνδυνων φαρμάκων (ανάμεσα στα πολλά άλλα και η θαλιδομίδη με τις γνωστές τραγικές, ατομικές και κοινωνικές, συνέπειες) και άλλοτε απαγορεύει τη χρήση ακίνδυνων και αποτελεσματικών φαρμακευτικών ουσιών (όπως η κάνναβη), αποδεικνυόμενη έτσι η έσχατη έκφραση του ανορθολογισμού.

β) Η κρατική εξουσία αναγορεύει τα συμφέροντα και τις επιλογές της σε ύστατο επιστημονικό κριτήριο, και αποφαίνεται με τρόπο αυθαίρετο, αναιτιολόγητο και οριστικό υπέρ της ορθότητας μιας και μόνο «απεξαρτησιακής» μεθόδου (της λεγόμενης «στεγνής», που σε κάθε περίπτωση δεν είναι παρά μία (και όχι η λιγότερο επικρινόμενη) από τις πολλές μεθόδους που προτείνονται και εφαρμόζονται διεθνώς), απαγορεύοντας «τη χορήγηση από οποιαδήποτε ναρκωτικών ουσιών για την υποκατάσταση της φαρμακευτικής εξάρτησης» (άρθρο 7, παρ.2).

M' αυτό τον τρόπο, η κρατική εξουσία εισάγει για πρώτη φορά στη χώρα μας την ιατρική καρικατούρα ενός «Λυσενκισμού», που όλα δείχνουν ότι θα έχει την τύχη του ρωσικού πρωτότυπού του αφού προηγούμενα υποστεί η ελληνική κοινωνία τις καταστρεπτικές συνέπειες της εφαρμογής του.

γ) Η κρατική εξουσία παραβιάζοντας βάναυσα κάθε έννοια ιατρικής ηθικής, απαγορεύει στον γιατρό το αυτονόητο δικαίωμα και καθήκον του να παρέχει την (κατά περίπτωση, συνείδηση και δυνατότητα) ενδεδειγμένη θεραπευτική βοήθεια, καθιστώντας ποινικά κολάσιμη πράξη τη χορήγηση ναρκωτικών ουσιών ακόμα και «για την αντιμετώπιση του σωματικού στερητικού συνδρόμου» (άρθρο 7, παρ.2).

Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι το Σωματικό Στερητικό Σύνδρομο εάν αφεθεί χωρίς ιατρική βοήθεια, εμφανίζει ένα ποσοστό θνησιμότητας, το οποίο για τους εξαρτημένους από Αλκοόλ και Βαρβιτουρικά κυμαίνεται από 10 έως 18% (ανάλογα με τους ερευνητές), ενώ για τους εξαρτημένους από ηρωίνη είναι σχεδόν μηδενικό, εάν είναι σε καλή οργανική κατάσταση (πράγμα σπανιότατο για ευνόητους λόγους, και σε κάθε περίπτωση, μη διακινδυνεύσιμο).

Παρένθεση: Στο κυβερνητικό νομοσχέδιο δεν προσδιορίζεται ούτε σε ποιόν αρμόδιο θα παραπέμπει ο γιατρός τον ασθενή με σωματικό στερητικό σύνδρομο ο οποίος προσφεύγει σ΄ αυτόν (ζητώντας του ιατρική βοήθεια που απαγορεύεται στο γιατρό να προσφέρει), ούτε με ποια διαδικασία θα γίνεται η διακομιδή των νεκρών που ενδεχόμενα θα «προκύψουν» από την εφαρμογή αυτής της «σοφής» διάταξης.

δ) Η κρατική εξουσία απαγορεύοντας σε «οποιονδήποτε» να χορηγεί ναρκωτικές ουσίες ακόμα και για την αντιμετώπιση μιας οξείας παθολογικής κατάστασης όπως το σωματικό στερητικό σύνδρομο (άρθρο 7,παρ.2) που εμφανίζει υψηλά ποσοστά θνησιμότητας, εξαναγκάζει το γιατρό να αντιμετωπίζει διαρκώς ένα άλυτο ποινικό δίλημμα, καθιστώντας τον ούτως ή άλλως ποινικά υπόλογο, ανεξάρτητα από το εάν και πώς θα ενεργήσει :

Εάν προσφέρει την ενδεδειγμένη ιατρική βοήθεια (κατά συνείδηση και σύμφωνα με την ιατρική δεοντολογία), ο γιατρός υπόκειται σε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 7 (παρ.2) και υφίσταται βαρύτατες κυρώσεις. Ενώ,

Εάν δεν προσφέρει την ενδεδειγμένη ιατρική βοήθεια (τηρώντας την απαγόρευση του άρθρο 7, παρ. 2) και ο ασθενής καταλήξει (πράγμα πολύ πιθανό, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ποσοστά θνησιμότητας), ο γιατρός υπόκειται και πάλι σε ποινική δίωξη για παράβαση του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και του άρθρου 307 του Ποινικού Κώδικα (που ορίζει ότι τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους «όποιος με πρόθεση παραλείπει να σώσει άλλον από κίνδυνο ζωής, αν και μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο της δικής του ζωής ή υγείας»).

Μ' άλλα λόγια, αντιμετωπίζοντας κάποιον με σωματικό στερητικό σύνδρομο, ο γιατρός είτε προσφέρει βοήθεια είτε όχι, είναι ποινικά υπόλογος, έτσι κι αλλιώς.

Μ' αυτή τη ρύθμιση, οι εμπνευστές του κυβερνητικού νομοσχεδίου «πρωτοτυπούν» διεθνώς και, παραβιάζοντας βάναυσα βασικές αρχές του δικαίου, δημιουργούν τη νέα πρωτόφαντη κατηγορία των «υποχρεωτικά εγκληματιών», οι οποίοι προκύπτουν από ένα βρώμικο εξουσιαστικό «παιχνίδι» πού είναι κανονισμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να χάνει πάντα ο ίδιος «παίκτης».

ε) Η κρατική εξουσία υποκαθιστά την ιατρική στον προσδιορισμό των προϋποθέσεων, της μεθόδου και της διαδικασίας αντιμετώπισης ορισμένων καθαρά ιατρικών προβλημάτων, υπαγορεύοντας στο γιατρό τον τρόπο παροχής της ιατρικής βοήθειας.

Για το σκοπό αυτό, αποφαίνεται (άρθρο 7,παρ.2) ότι «οι προϋποθέσεις, η μέθοδος και η διαδικασία αντιμετώπισης του σωματικού στερητικού συνδρόμου» καθορίζονται όχι από κάποιο ιατρικό φορέα (όπως θα επέβαλε η στοιχειώδης λογική), αλλά από τον εκάστοτε υπουργό «ύστερα από αιτιολογημένη γνώμη του συμβουλίου του αρ.1,παρ.1» το οποίο απαρτίζεται από εκπροσώπους των υπουργείων Υγείας, Δικαιοσύνης, Παιδείας, Πολιτισμού (Γ.Γ. Νέας Γενιάς), Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης. (!)

Αυτό το γραφειοκρατικό συνοθύλευμα (που η σχέση του με την ιατρική εξαντλείται με την επίσκεψη των μελών του στον γιατρό τους, κάθε φορά που τον χρειάζονται), καλείται να αποφανθεί και μάλιστα αιτιολογημένα (!) για «τις προϋποθέσεις, τη μέθοδο και τη διαδικασία αντιμετώπισης του σωματικού στερητικού συνδρόμου» (άρθρο 7, παρ.2).

Παρένθεση: Τούτη η ρύθμιση (που θα ήταν κωμική αν δεν ήταν τραγική), μπορεί να προκαλέσει τις έντονες αντιδράσεις των υπουργείων Βιομηχανίας, Χωροταξίας, Εμπορ. Ναυτιλίας, Γεωργίας, Άμυνας και άλλων που δεν εκπροσωπούνται σ' αυτό το εκπληκτικά πρωτότυπο «Κεντρικό Συμβούλιο» για τα ναρκωτικά, που έχει το μοναδικό προνόμιο να υπαγορεύει στην ιατρική, τρόπους αντιμετώπισης ορισμένων... παθολογικών καταστάσεων.

Με τις παραπάνω νομοθετικές ρυθμίσεις, που μπορεί και πρέπει να προσβληθούν στα αρμόδια όργανα της ΕΟΚ, η κρατική εξουσία δεν εκδηλώνει κάποιο λανθάνον αντι-ιατρικό μένος που την διακατέχει. Απλώς, ο εξοπλισμός της με υπερ-ιατρικές αρμοδιότητες (που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τον θρίαμβο του Ολοκληρωτικού Θεραπευτικού Κράτους που οραματίζεται και απεργάζεται κάθε κρατική εξουσία) προϋποθέτει την απογύμνωση της ιατρικής από ορισμένες ιατρικές αρμοδιότητες και κυρίως από το δικαίωμά της να αποφασίζει η ίδια γι' αυτές.

Το κυβερνητικό νομοσχέδιο αποτελεί μια πολύτιμη (για την εξουσία) συμβολή προς αυτή την κατεύθυνση, επικυρώνοντας μαζί με άλλα παρεμφερή νομοθετήματα, την έναρξη της μεταβατικής διαδικασίας για το πέρασμα από το κράτος δικαίου και πρόνοιας στο κράτος ασφάλειας και θεραπείας.

4. Προτάσεις

Ενώ σχεδόν κάθε εβδομάδα ανακοινώνεται η κήρυξη ενός ακόμα ιερού πολέμου εναντίον ορισμένων ψυχοτρόπων ουσιών και οργανώνεται η γεμάτη θρησκευτικό ζήλο και φανατισμό «σταυροφορία» που του αντιστοιχεί, η εξάρτηση αυξάνεται με αλματώδεις ρυθμούς. Και, ενώ οι κάθε είδους επαγγελματίες «σταυροφόροι» πληθαίνουν και ευημερούν, οι εξαρτημένοι διαλύονται σωματοψυχικά και πολλαπλασιάζονται.

Η παράνομη εξάρτηση (όπιο, ηρωίνη, κοκαίνη, χασίς, κ.α) διώκεται και διογκώνεται. Η νόμιμη εξάρτηση (αλκοόλ, καπνός, διάφορες ψυχοτρόπες ουσίες, κ.α.) προωθείται και επεκτείνεται. Οι παράνομοι εξαρτημένοι διώκονται, υποφέρουν, πεθαίνουν και αυξάνονται. Οι νόμιμοι εξαρτημένοι καθαγιάζονται, υποφέρουν, πεθαίνουν και πολλαπλασιάζονται: Η εξάρτηση θριαμβεύει και η κοινωνία αποσυντίθεται.

Μπορούμε να σπάσουμε αυτό τον αφανιστικό φαύλο κύκλο; Η απάντηση είναι καταφατική. Αλλά αυτό προϋποθέτει τη λήψη ορισμένων μέτρων, απλών, απολύτως εφαρμόσιμων, αποτελεσματικών και με ελαχιστότατο κόστος, που θέλουν «αρετή και τόλμη» γιατί στρέφονται ευθέως ενάντια στους θεσμούς και τα συμφέροντα που εποικοδομήθηκαν πάνω στο έδαφος της εξάρτησης .

Όλες οι προσπάθειες που έγιναν μέχρι σήμερα στη χώρα μας σ΄ αυτή την κατεύθυνση, κατέληξαν σε παταγώδη αποτυχία γιατί στηρίζονταν στην καταστολή που δρα πάντοτε προκαλώντας αποτελέσματα αντίθετα απ' αυτά που ισχυρίζεται ότι επιδιώκει:

1. Ενίσχυσαν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και αύξησαν το κόστος συντήρησης και λειτουργίας τους, επιβαρύνοντας όλο και περισσότερο την κοινωνία, πολιτικά και οικονομικά.

2. Ενίσχυσαν τη «μαύρη αγορά», με την συνεχή αύξηση της τιμής του «προϊόντος» (πριμοδοτώντας την διαρκή ανακύκλωση της σχέσης «μεγαλύτερος κίνδυνος ίσον υψηλότερη τιμή, υψηλότερη τιμή ίσον μεγαλύτερα κέρδη», κ.ο.κ.

3. Αύξησαν τον αριθμό των θυμάτων σε νεκρούς και «ζωντανούς-νεκρούς.

4. Αύξησαν τον αριθμό των ανθρώπων που καταστρέφονται εξαιτίας παράλογα άδικων ποινικών διώξεων.

Η καταστολή έδωσε εξετάσεις και απέτυχε οικτρά, αναπαράγοντας πολλαπλασιαστικά τα τραγικά προβλήματα που υποτίθεται πως επεδίωκε να λύσει. Είναι λοιπόν καιρός να το συνειδητοποιήσουμε, να κλείσουμε οριστικά το κεφάλαιο της «καταστολής» και να αναπροσανατολίσουμε τη σκέψη και τις μεθόδους μας.

Για το σκοπό αυτό, διεκδικούμε την εφαρμογή τεσσάρων μέτρων, απλών, αποτελεσματικών, άμεσα εφαρμόσιμων και ασήμαντου κόστους, που συνθέτουν την πρότασή μας για την αντιμετώπιση του προβλήματος των «ναρκωτικών» :

Α) Αποποινικοποίηση της χρήσης όλων των ψυχοτρόπων ουσιών

Στα πλαίσια αυτά, θεωρούμε ιδιαίτερα επείγουσα και αναγκαία την αποποινικοποίηση της χρήσης της κάνναβης, της κατοχής της τουλάχιστον μέχρι 1 ουγκιά (28,5 γραμμάρια) και της καλλιέργειάς της για προσωπική χρήση (μέχρι μια ορισμένη ποσότητα), σύμφωνα με τις επιστημονικά τεκμηριωμένες εκθέσεις πολλών κυβερνητικών επιτροπών και διεθνών οργανισμών και τις αποδεδειγμένα θετικές εμπειρίες πολλών άλλων χωρών. [Βλ. τους επισυναπτόμενους Πίνακες 3, 4 και 5]

Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα:

1. Την άμεση εξάλειψη της «μαύρης αγοράς» κάνναβης.

2. Την εκμηδένιση του τεράστιου αριθμού των εν δυνάμει δήθεν εγκληματιών που παράγονται ευθέως απ την ποινικοποίηση.

3. Τη μείωση του ποσοστού ετήσιας αύξησης των χρηστών κάνναβης.

4. Την εντυπωσιακή ελάττωση του (συνεχώς αυξανόμενου) κόστους συντήρησης και λειτουργίας των διωκτικών, δικαστικών και σωφρονιστικών μηχανισμών, και το οποίο βαραίνει όλο το κοινωνικό σώμα.

5. Την περιστολή της χρήσης της ηρωίνης (κατά κύριο λόγο), του αλκοόλ, του καπνού, κ.α. (βλ. και πίνακα 5)

Β) Αποποινικοποίηση της καλλιέργειας μικρών ποσοτήτων κάνναβης για προσωπική χρήση.

Γ) Διάθεση των απαγορευμένων εξαρτησιογόνων ουσιών στους εξαρτημένους, υπό ιατρική εποπτεία.

Το μέτρο αυτό αφορά ιδιαίτερα την ηρωίνη και τα υποκατάστατα της και η χορήγησή τους θα γίνεται μέσα στο νοσηλευτικό ίδρυμα, στους εξαρτημένους που είναι εφοδιασμένοι με ειδική κάρτα ή μέσω ιατρικής συνταγογραφίας. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα:

1. Την άμεση και οριστική αποδυνάμωση της μαύρης αγοράς, απ' αφορμή την προκύπτουσα αδυναμία να πραγματοποιούνται στα πλαίσιά της όχι τα σημερινά υπερκέρδη, αλλά ούτε καν κέρδη.

Για παράδειγμα, ποιος καρκινοπαθής διανοείται να εξασφαλίσει τη μορφίνη που έχει ανάγκη, προσφεύγοντας στις υπέρογκες τιμές της μαύρης αγοράς, τη στιγμή που έχει το δικαίωμα να την προμηθεύεται νόμιμα και σε κανονικές τιμές; Και μια κοινωνία που, καλώς, φροντίζει να μετριάζει μ' αυτό τον τρόπο και όσο είναι δυνατόν, τις οδύνες 2-3 εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που πάσχουν από μια πληθώρα επώδυνων και ανίατων νοσημάτων, γιατί αρνιέται (ενώ μπορεί) να εξασφαλίσει με τον ίδιο τρόπο, ανθρωπινότερες συνθήκες ύπαρξης σε λίγες δεκάδες χιλιάδες ηρωινο-εξαρτημένους της χώρας μας, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα και τον εαυτό της απ την αποσύνθεση;

Ενάντια σ αυτή τη μεθόδευση, δεν μπορεί να προβληθεί το αφελές επιχείρημα της οικονομικής επιβάρυνσης του δημοσίου, γιατί με κόστος 10 δρχ. ανά αμπούλα, η αξιοπρεπής συντήρηση των εξαρτημένων από ηρωϊνη, στοιχίζει στην ελληνική κοινωνία, πολύ λιγότερο απ τα έξοδα λειτουργίας έστω και μιας γραφειοκρατικής «επιτροπής» (για να μην αναφερθούμε στα πολυδάπανα και αναποτελεσματικά «προγράμματα αποτοξίνωσης).

2. Τη δραστική ανακοπή της συνεχούς αύξησης του αριθμού των εξαρτημένων από «σκληρές» εξαρτησιογόνες ουσίες, δεδομένου ότι η αδυναμία προσπορισμού υπέρογκων κερδών σε συνδυασμό με τους ποινικούς κινδύνους, αίρει το λόγο ύπαρξης των υφιστάμενων μαυραγορίτικων μηχανισμών που διαχειρίζονται την υπόθεση του εθισμού νέων θυμάτων με τρόπο ώστε να διατηρείται η κατανάλωση αυτών των ουσιών σε συμφέροντα επίπεδα.

3. Την άμεση εξάλειψη των αδικημάτων (κλοπές, πορνεία, κλπ) στα οποία σπρώχνεται ο μη-προνομιούχος εξαρτημένος προκειμένου να εξασφαλίσει την ουσία απ' την οποία είναι εξαρτημένος.

4. Την άμεση εξάλειψη των ασθενειών και των θανάτων που οφείλονται σχεδόν αποκλειστικά στις (λόγω παρανομίας) άθλιες συνθήκες λήψης της ουσίας.

5. Τη διασφάλιση στους γιατρούς της δυνατότητας να παρεμβαίνουν βοηθητικά και αποτελεσματικά στην κρίσιμη (για κάθε προσπάθεια απεξάρτησης) στιγμή που ο εξαρτημένος θα εκδηλώσει την επιθυμία αποκοπής του απ' την συγκεκριμένη ουσία (στιγμή που έρχεται κάποτε για κάθε εξαρτημένο άτομο), δεδομένου ότι καμιά αποτοξινωτική προσπάθεια δεν αποδίδει εάν δεν ανταποκρίνεται στην επιθυμία και τη θέληση του ίδιου του εξαρτημένου να απεξαρτηθεί.

Δ) Δημιουργία γνήσια αυτοδιαχειριζόμενων κοινοτήτων.

1. Αυτές οι κοινότητες δεν έχουν τίποτα το κοινό με τις περιβόητες κοινότητες τύπου Daytop-ΚΕΘΕΑ-Ιθάκη.

2. Σ' αυτές τις κοινότητες, μέσα σ' ένα κλίμα κατανόησης, αποδοχής και προστασίας, ο εξαρτημένος θα μπορεί να οικοδομεί ένα καινούργιο (δικό του) μοντέλο ζωής και προσωπικών σχέσεων που θ' αντιπαρατίθεται στις αλλότριες καταναγκαστικές σχέσεις, ενάντια στις οποίες στράφηκε ασυνείδητα με την εξάρτησή του.

3. Σ' αυτές τις κοινότητες, που πρέπει να λειτουργούν έξω από κάθε γραφειοκρατική ρύθμιση, οι διάφοροι δήθεν «ειδικοί» (γιατί σε θέματα αποτοξίνωσης, δεν υπάρχουν ειδικοί χωρίς εισαγωγικά) μπορούν να παίζουν ένα χρήσιμο συμβουλευτικό ρόλο μόνο εάν είναι απογυμνωμένοι από κάθε θεσμοποιημένη δυνατότητα για άσκηση εξουσίας και καταναγκασμού.

Από τα παραπάνω καθίσταται φανερή η θέλησή μας να συμβάλλουμε (στο μέτρο των δυνάμεών μας) στην αντιμετώπιση του προβλήματος των ναρκωτικών, με ένα τρόπο που θα διασφαλίζει πραγματικά και τα θύματά τους και την κοινωνία, από το άθλιο παρόν και το ζοφερό μέλλον που μας επιφυλάσσει η εφιαλτική αέναη ανακύκλωση της εξάρτησης και της καταστολής.

Μπροστά στην επιλογή μεταξύ της υποδούλωσης στα ναρκωτικά και την καταστολή και της απελευθέρωσης και από τα ναρκωτικά και από την καταστολή, τοποθετούμαστε αταλάντευτα υπέρ της απελευθέρωσης, έχοντας πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι μια τέτοια επιλογή είναι γνήσια πολιτική (με τη σημαντική έννοια του όρου), ανεξάρτητα απ΄ το εάν εκφράζεται με όρους ιατρικούς ή νομικούς.


5. ΠΙΝΑΚΕΣ

Πίν. 1: Σύγκριση του Νομοσχεδίου 1986 και του Ν.Δ. 743/1970

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Ν/Σ

1986

(άρθρο)

ΝΔ

743/70

(άρθρο)

ΕΙΝΑΙ

ΧΑΡΑΚΤΗ-ΡΑΣ

Θέσπιση νέων διαχειριστικών θεσμών

Συγκρότηση Επιτροπής Ναρκωτικών

Προγραμματισμός Αποτοξίνωσης

Ορισμός Ναρκωτικών

Βασικά Εγκλήματα

Διακεκριμένες περιπτώσεις

Γιατροί - Φαρμακοποιοί

Επιβαρυντικές περιστάσεις (Ν. σε ανήλικους)

Πρόκληση και Διαφήμιση

Οδήγηση μεταφορικών μέσων

Τέλεση πράξεων από αμέλεια

Χρήστες ναρκωτικών (εξαρτημένοι και μη)

Χρήστες ειδικής μεταχείρισης

Ειδική μεταχείριση χρηστών

Απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος

Δημοσίευση καταδικαστικής απόφασης

Περιορισμοί Διαμονής

Ανήλικοι δράστες

Δήμευση Περιουσιακών στοιχείων

Προανάκριση

Προδιαδικασία-Αρμοδιότητες

Κατάσχεση-Καταστροφή Ναρκωτικών.

Εκτέλεση Θεραπευτικών Διατάξεων

Μεταμέλεια-Κατάδοση

Περιορισμοί διαμονής

ΚΕΕΘΑ : Ειδικές Διατάξεις

Ουσίες υπαγόμενες στα Ν

Διακίνηση Ναρκωτικών

Διάθεση χρηματικών ποινών

Κατάργηση προηγούμενων Διατάξεων

Πόροι νέων διαχειριστικών θεσμών

Έναρξη ισχύος του νόμου

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

11

12

13

14

15

16

17

18

19

20

21

22

23

24

25

26

27

28

29

30

31

32

18

1α + 2

3 + 6γ

4

5

6

7α, β

13

14

11

12

16

15

10

-

9

10γ

14γ,δ,ε

8

16

1

1

19

20

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

Ι

Α

Α

Α

Α

Α

Α

Α

Α

Α

Α

Ι

Ι

Α

Ι

Α

Α

Α

Ι

Ι

Α

Ι

Ι

Ι

Ι

Ι

:

Δεν υπάρχει αντίστοιχο άρθρο

Α :

Το Νομοσχέδιο είναι αυστηρότερο του ΝΔ 743/1970

Ε :

Το Νομοσχέδιο είναι επιεικέστερο του ΝΔ 743/1970

Ι :

Το Νομοσχέδιο είναι ταυτόσημο με το ΝΔ 743/1970

Πίν. 2: Σύγκριση του Ν.Δ. 743/1970 και του Νομοσχεδίου 1986

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

743/70

(άρθρο)

Ν/Σ

1986

(άρθρα)

ΕΙΝΑΙ

ΧΑΡΑ

ΚΤΗ-ΡΑΣ

Ορισμός και Διακίνηση Ναρκωτικών

Διαμόρφωση Πινάκων Ναρκωτικών

Βασικά Εγκλήματα

Γιατροί - Φαρμακοποιοί

Επιβαρυντικές περιστάσεις (Ν. σε ανήλικους)

Τέλεση πράξεων από αμέλεια

Χρήστες ναρκωτικών (Εξαρτημένοι και Μη)

Μεταμέλεια, Κατάδοση

Προδιαδικασία, Αρμοδιότητες

Δήμευση περιουσιακών στοιχείων

Απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος

Δημοσίευση καταταδικαστικής απόφασης

Χρήστες με ειδική μεταχείριση

Ειδική μεταχείριση χρηστών

Ανήλικοι δράστες

Περιορισμός διαμονής

Διάθεση ορισμένων ναρκωτικών

Συγκρότηση Επιτροπής Ναρκωτικών

Κατάργηση προηγουμένων διατάξεων

Έναρξη ισχύος του νόμου

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

11

12

13

14

15

16

17

18

19

20

4, 27,28

5, 6γ

7

8

11

12, 13

24

21

19

15

16

13

14

18

17, 27

2

30

32

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

όμοια

Ι

Ι

Α

Α

Α

Ι

Α

Α

Α

Α

Α

Ι

Α

Α

Ι

Α

*

Ι

Ι

Ι

:

Δεν υπάρχει αντίστοιχο άρθρο

Α :

Το Νομοσχέδιο είναι αυστηρότερο του ΝΔ 743/1970

Ε :

Το Νομοσχέδιο είναι επιεικέστερο του ΝΔ 743/1970

Ι :

Το Νομοσχέδιο είναι ταυτόσημο με το ΝΔ 743/1970

Πίν. 3: Εκθέσεις κυβερνητικών επιτροπών για την κάνναβη

1894

Εκθεση της Ινδικής Επιτροπής (της Βρετανικής & της Ινδικής Κυβέρνησης)

1944

Εκθεση της Επιτροπής του Δημάρχου της Ν. Υόρκης («La Guardia Report»)

1968

Εκθεση της Συμβ. Επιτροπής της Βρετανικής κυβέρνησης («Wootton Report»)

1970

Πρώτη Εκθεση της Κυβερνητικής Επιτροπής του Καναδά («Interim Report»)

1971

Εκθεση του National Institute on Drug Abuse (NIDA) στο Κογκρέσο

1972

Εκθεση της Κυβερνητικής Επιτροπής της Oλλανδίας

1972

Δεύτερη Εκθεση της Κυβερνητικής Επιτροπής του Καναδά («Κάνναβη»)

1973

Εκθεση της National Commission on Marihuana and Drug Abuse των ΗΠΑ («Marihuana: A Signal of Misunderstanding»)

1974

Εκθεση της National Commission on Marihuana and Drug Abuse των ΗΠΑ

(«Drug Abuse in America: Problem in Perspective»)

1975

Εκθεση Επιτροπής της Γερουσίας των ΗΠΑ («Eastland Report»)

1975

Εκθεση του Drug Abuse Council των ΗΠΑ

1975

Εκθεση της Ένωσης Καταναλωτών των ΗΠΑ («Licit and Illicit Drugs»)

1976

Εκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής της Αυστραλίας

1977

Εκθεση της Ακαδημίας Επιστημών της Ν. Υόρκης. («Chronic Cannabis Use»)

1979

Εκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής της Βρετανικής κυβέρνησης

1982

Εκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής της Βρετανικής κυβέρνησης

1986

Πρώτη Εκθεση της Εξεταστικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

1992

Δεύτερη Εκθεση της Ερευνητικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Ολες αυτές οι Εκθέσεις συμφωνούν ότι η κάνναβη:

1. Δεν προκαλεί εξάρτηση.

2. Δεν έχει αρνητικά βιολογικά αποτελέσματα (με συντηρητική χρήση). Αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση, μηδέ εξαιρουμένης και της κατάχρησης, τα αποτελέσματά της είναι πολύ υποδεέστερα από τα αντίστοιχα αποτελέσματα που προκαλεί η χρήση του αλκοόλ και του καπνού.

3. Δεν έχει αιτιολογική σχέση με τη χρήση άλλων εξαρτησιογόνων ουσιών (δεν αποτελεί «προστάδιο για τη χρήση άλλων εξαρτησιογόνων ουσιών, και, συνεπώς, είναι αβάσιμη η «θεωρία της κλιμάκωσης»).

4. Δεν αποτελεί παράγοντα εγκληματικότητας.

Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις, πολλές χώρες και 10 πολιτείες των ΗΠΑ (βλ. πίνακα 4) αποποινικοποίησαν την κατοχή της κάνναβης για προσωπική χρήση, με συνηθισμένο όριο τη μία ουγκιά (28,5 γραμμάρια). Ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ αποποινικοποίησαν και την καλλιέργεια κάνναβης για προσωπική χρήση (Αλάσκα) ή νομιμοποίησαν τη χρήση της για ιατρικούς λόγους (Νέο Μεξικό).

Πίν. 4: Αποποινικοποίηση της χρήσης της Κάνναβης

ΗΠΑ

ΕΤΟΣ

ΗΠΑ

ΕΤΟΣ

ΧΩΡΑ

Ορεγκον

Αλάσκα

Κολοράντο

Οχάιο

Καλιφόρνια

1973

1975

1975

1975

1976

Μέην

Μινεσότα

Β. Καρολίνα

Μισισιπή

Ν. Υόρκη

1976

1976

1977

1977

1977

Αυστραλία

Βέλγιο

Βρετανία

Ζηλανδία

Δανία

Νορβηγία

Ελβετία

Ολλανδία

Ιταλία

Σουηδία

Ισπανία

Φινλανδία

Πίν. 5: Αποτελέσματα της Αποποινικοποίησης (Καλιφόρνια, ΗΠΑ)

1. Μειώθηκαν τα ποσοστά της ετήσιας αύξησης της χρήσης

2. Μειώθηκαν οι ποινικές διώξεις

3. Μειωθηκαν τα έξοδα των διωκτικών και δικαστικών μηχανισμών

ΕΤΗΣΙΑ ΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ

1968-1974

1975-1976

Σποραδική χρήση

Τακτική χρήση

2,9%

1,1%

2,2%

0,8%

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΩΞΕΙΣ

1975 Α

1976 Α

Αριθμός

27.000

14.000

ΕΞΟΔΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

1975 Α

1976 Α

Διωκτικών και Ποινικών Μηχα-νισμών (σε εκατ. δολάρια)

17.000.000

4.388.000


6. ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ:

ΕΝΑ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

 

1. Η τραγωδία της καταστολής

Η κατασταλτική αντιμετώπιση των ναρκωτικών, που εφαρμόζεται εδώ και 70 χρόναι (1920-1990):

1. Πολλαπλασίασε τον αριθμό των εξαρτημένων απ' αυτά,

2. Υπερακόντισε στα ύψη τον αριθμό των θανάτων των χρηστών τους (λόγω της νοθείας των ουσιών) και των ασθενειών (λόγω της άθλιων συνθηκών λήψης τους που επιβάλλεται από το καθεστώς της παρανομίας τους),

3. Ισχυροποίησε το οργανωμένο έγκλημα και τους διωκτικούς μηχανισμούς σε βάρος της κοινωνίας,

4. Αύξησε τρομακτικά την εγκληματικότητα που συνδέεται με την εναγώνια καθημερινή προσπάθεια για την εξασφάλιση της αναγκαίας ουσίας, και

5. Πολλαπλασίασε τον ποινικό πληθυσμό.

Οι αριθμοί που σκιαγραφούν την εντυπωσιακή «επιτυχία» της καταστολής σε βάρος των ατόμων και της κοινωνίας, είναι αποκαλυπτικοί.

Στις ΗΠΑ από το 1914 (που απαγορεύθηκε στις ΗΠΑ το όπιο και τα παράγωγά του) μέχρι σήμερα, ο αριθμός των ηρωινομανών αυξήθηκε πάνω από 400%: Από τους 150.000 εξαρτημένους σε όλα τα οπιούχα το 1914 πραγματοποιήθηκε ένα άλμα στους 700.000 εξαρτημένους μόνο από την ηρωίνη το 1983 (σύμφωνα με τα στοιχεία του Γραφείου Δίωξης Ναρκωτικών). Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στο ίδιο ακριβώς ποσοστό αυξήθηκαν οι αλκοολικοί στην περίοδο της Ποτοαπαγόρευσης (1920-1934).

Παράλληλα σ' αυτά τα 70 χρόνια, ο συνολικός αριθμός των θανάτων από λήψη νοθευμένων εξαρτησιογόνων ουσιών (και κυρίως ηρωίνης) ξεπέρασε τις εκατό χιλιάδες (100.000), ενώ στην ίδια περίοδο το σύνολο των καταδικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν για αδικήματα σχετικά με τα ναρκωτικά ανέρχονται σε πάνω από δύο εκατομμύρια (2.000.000).

Με οποιαδήποτε κριτήρια, είναι υπερβολικά βαρύς ο φόρος αίματος και τραγωδιών (ατομικών, οικογενειακών και κοινωνικών) που πληρώνει η κοινωνία στην απολύτως αναποτελεσματική κατασταλτική πολιτική της κρατικής εξουσίας και των μισαλλόδοξων υποστηρικτών της.

Επιτέλους, οι δήμιοι που επιμένουν να μας «σώζουν» (με το αζημίωτο) σε κάθε ευκαιρία, θα πρέπει κάποτε να συνειδητοποιήσουν ότι η καταστολή δεν έλυσε, δεν λύνει και δεν μπορεί να λύσει κανένα κοινωνικό πρόβλημα.

Τον 17ο αιώνα, ο τσάρος Μιχαήλ Φεντόροβιτς θέσπισε την ποινή του θανάτου για καθένα που είχε στην κατοχή του καπνό. Το παράδειγμά του ακολούθησαν κι άλλοι «ευφυείς» δυνάστες χωρίς αυτό να εμποδίσει την εξάπλωση του καπνού σε τέτοια έκταση ώστε στα 1970 η συνολική παραγωγή του να φτάσει στα 4,7 δισεκατομμύρια μετρικούς τόνους και η συνολική παραγωγή τσιγάρων να πάρει τέτοιες διαστάσεις ώστε την ίδια χρονιά να αντιστοιχούν σε 5.030 τσιγάρα σε κάθε κάτοικο του πλανήτη.

Στον 20ο αιώνα, στο Ιράν, μια χώρα που ζει ακόμα στον 16ο αιώνα, θέσπισε και επέβαλε την ποινή του θανάτου στους εμπόρους ναρκωτικών. Αλλά αυτό δεν εμπόδισε την αύξηση της εξάρτησης και τη διεύρυνση της μαύρης αγοράς στο Ιράν.

Τέλος, στις ΗΠΑ, το 1951 θεσπίστηκε η ποινή του θανάτου για εκείνους που διαθέτουν ναρκωτικά σε άτομα κάτω των 18 ετών. Αλλά αυτό δεν ανέκοψε την είσοδο στον κόσμο της εξάρτησης όλο και περισσότερων ατόμων συνεχώς μικρότερων ηλικιών, με αποτέλεσμα σήμερα να υπολογίζεται ότι τουλάχιστον το 10% του συνόλου των εξαρτημένων στις ΗΠΑ είναι κάτω των 18 ετών..

Σίγουρα, «μέσα στο μπουμπουνητό της βλακείας (των μανιακών «σταυροφόρων» της καταστολής) βουβαίνεται η λογική» (Ε. Fischer). Αλλά η δαιμονολογία τους, που πάντοτε διαψεύδεται κραυγαλέα από τα γεγονότα και τους αριθμούς, θα πρέπει κάποτε να πάψει να σφραγίζει με τόσο τραγικό τρόπο την κοινωνική ζωή.

2. Επιτέλους, ας τολμήσουμε

Ενώ σχεδόν κάθε βδομάδα κηρύσσεται ένας νέος «ιερός πόλεμος» εναντίον ορισμένων ναρκωτικών και οργανώνεται η γεμάτη θρησκευτικό ζήλο «σταυροφορία» που αντιστοιχεί σ' αυτόν, η εξάρτηση αυξάνεται με αλματώδεις ρυθμούς.

Και ενώ οι κάθε λογής επαγγελματίες «σταυροφόροι» (γιατροί, ψυχίατροι, ψυχολόγοι, πρώην λογιστές ή κουρείς που χρίζονται «θεραπευτές», αστυνομικοί, κ.α.) πληθαίνουν και ευημερούν, οι εξαρτημένοι διαλύονται σωματοψυχικά και πολλαπλασιάζονται. Η εξουσία δυναμώνει και η κοινωνία αποσυντίθεται.

Επιτέλους, ας τολμήσουμε να κάνουμε δημόσια μια σοβαρή συζήτηση γύρω απ' αυτό το θέμα, ανεπηρέαστοι από την κυρίαρχη δαιμονολογία των μανιακών της καταστολής.

Όταν καμιά δεκαριά εκπρόσωποι 200 ή 300 όχι συμπαθών επαγγελματιών βουλευτων (περιοδεύοντες πλασιέ συνθημάτων και χειροκροτητές), συνέρχονται το μεσοκαλόκαιρο με 40 βαθμούς υπό σκιά, προκειμένου ν' αποφανθούν για το θεσμικό πλαίσιο της εφαρμογής της... πληροφορικής σε μια βαλκανική χώρα, το πιθανότερο είναι να προκύψει ένας νόμος, όπως ο Ν. 1729/1987 «περί ναρκωτικών» που όχι μόνο δημιουργεί απείρως περισσότερα προβλήματα απ' αυτά που υποτίθεται ότι λύνει, αλλά και που είναι από επιστημονική άποψη ανυπόληπτος, από ανθρωπιστική άποψη καταδικαστέος, από κοινωνική άποψη διαλυτικός, από πολιτική άποψη επικίνδυνος και από εξουσιαστική άποψη ιδεώδης.

Εξ' ου και η αδήριτη ανάγκη να ξανατεθεί σε συζήτηση το πρόβλημα των ναρκωτικών και της αντιμετώπισής τους:

1. Για να χτυπηθεί ριζικά η μαύρη αγορά και να εξαλειφθούν οριστικά τα κυκλώματα που την εκμεταλλεύονται.

2. Για να μηδενιστεί ο αριθμός των θανάτων των χρηστών τους.

3. Για να προληφθεί ο σωματοψυχικός αφανισμός, ο ηθικός στιγματισμός, η ισόβια κοινωνική αναπήρωση και οι προσωπικές και οικογενειακές τραγωδίες εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, που είτε είναι εξαρτημένοι και αντιμετωπίζονται από την Πολιτεία ως εγκληματίες, είτε δεν είναι εξαρτημένοι και αντιμετωπίζονται ως εξαρτημένοι.

4. Για να εξαλειφθεί η εγκληματικότητα που συνδέεται με την εναγώνια αναζήτηση της δόσης της ουσίας από την οποία είναι εξαρτημένοι ορισμένοι άνθρωποι.

5. Για να μειωθεί τουλάχιστον κατά 50%, ο σημερινός ποινικός πληθυσμός.

6. Για να αποσυμφορηθεί ο φόρτος εργασίας των διωκτικών, δικαστικών και σωφρονιστικών μηχανισμών που είναι επιφορτισμένοι με την αντιμετώπιση των παράνομων δραστηριοτήτων οι οποίες αφορούν τα ναρκωτικά, και να μειωθεί το κόστος λειτουργίας τους.

7. Για να αποδυναμωθεί μια σοβαρή απειλή που αποσυνθέτει την κοινωνία και θέτει σε κίνδυνο τα ατομικά δικαιώματα και τις ελευθερίες μας.

Επιτέλους, ας τολμήσουμε. Εβδομήντα και πλέον χρόνια τώρα, η Καταστολή δίνει καθημερινά εξετάσεις στην αντιμετώπιση του προβλήματος των ναρκωτικών. Και αποτυγχάνει οικτρά, αναπαράγοντας πολλαπλασιαστικά τα ατομικά και κοινωνικά δράματα που υποτίθεται ότι επιδιώκει να αποτρέψει. Είναι λοιπόν καιρός, να επαναξιολογήσουμε τη στάση μας απέναντι στα ναρκωτικά, όχι με βάση τις ευχολογικές διακηρύξεις των μανιακών της καταστολής, αλλά σύμφωνα με τα μέχρι τώρα αποτελέσματά της. Και να αναθεωρήσουμε τον τρόπο σκέψης και τις μεθόδους μας.

Επιτέλους, ας τολμήσουμε, να ομολογήσουμε δημόσια αυτό που κάθε μέρα διαπιστώνουμε και αποδεχόμαστε κατ' ιδίαν: Ότι η καταστολή ως μέσο περιστολής του προβλήματος των ναρκωτικών, όχι μόνο απέτυχε παταγωδώς, αλλά και αποδείχθηκε ουσιώδης παράγοντας επιδείνωσής του.

Επιτέλους, ας τολμήσουμε να αποκηρύξουμε το καρκίνωμα της καταστολής εάν θέλουμε ν' αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το καρκίνωμα της Εξάρτησης , μ' ένα τρόπο που θα οργανώνεται γύρω από πέντε βασικούς άξονες:

1. Αποποινικοποίηση της χρήσης όλων των ψυχοτρόπων ουσιών (όπως, π.χ., η κάνναβη, τα παράγωγά της, κλπ).

2. Διατήρηση της ποινικοποίησης της εμπορίας των εξαρτησιογόνων ουσιών.

3. Χορήγηση στους αποδεδειγμένα εξαρτημένους των ουσιών απ' τις οποίες εξαρτώνται (από νοσηλευτικά ιδρύματα) και των υποκατάστατων αυτών των ουσιών (με ιατρική συνταγογραφία).

4. Πλήρης αποσύνδεση της θεραπευτικής αντιμετώπισης των εξαρτημένων από το σωφρονιστικό σύστημα.

5. Ουσιαστική αποσύνδεση της θεραπευτικής αντιμετώπισης των εξαρτημένων από τα ψυχιατρικά νοσοκομεία.

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, απαιτείται

1. Μια θαρραλέα αναθεώρηση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. Και

2. Μια υλική υποδομή με ασήμαντο οικονομικό κόστος που αφορά τρία δίκτυα παροχής βοήθειας σε εξαρτημένους:

α) Μια απλή νομοθετική ρύθμιση που θα επιτρέπει σε όλους τους γιατρούς της χώρας να διαθέτουν με ελεγχόμενη συνταγογραφία στους εξαρτημένους τις ουσίες που χρειάζονται ή κάποιο υποκατάστατό τους.

β) Ένα Τμήμα Ελέγχου της Εξάρτησης σε κάθε ψυχιατρείο, το οποίο θα λειτουργεί ως παράρτημα του ψυχιατρείου αλλά εκτός του χώρου του, στο οποίο θα εισάγονται οι υπό παρακολούθηση υπόδικοι και κατάδικοι εξαρτημένοι για την έκδοση πραγματογνωμοσύνης (μ' αυτό τον τρόπο -που είναι πολύ εύκολο να ρυθμιστεί- το θέμα φεύγει από την αρμοδιότητα της εν πολλοίς απαίδευτης και, συνεπώς, απολύτως ακατάλληλης ιατροδικαστικής υπηρεσίας και περνάει στην αρμοδιότητα της ιατρικής).

γ) Διάφορα ανοικτά Κέντρα Απεξάρτησης, καθένα από τα οποία θα εφαρμόζει το δικό του πρόγραμμα (με ή χωρίς φαρμακευτική αγωγή, αυταρχικό, δημοκρατικό, ελευθεριακό, κλπ).

Τα κέντρα αυτά είτε δημιουργούνται με πρωτοβουλία και δαπάνες της Πολιτείας και λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε ιδρύονται με ιδιωτική πρωτοβουλία από διάφορες Εταιρείες Μη-κερδοσκοπικού χαρακτήρα και λειτουργούν υπό την εποπτεία της Πολιτείας.

Επιτέλους, ας τολμήσουμε ν' ανοίξουμε μια σοβαρή συζήτηση γύρω απ' αυτό το θέμα, ανεπηρέαστοι από την κυρίαρχη δαιμονολογία των μανιακών της καταστολής.

Εάν η επιστήμη είναι γνώση και όχι ιδεολογία, οφείλουμε να απορρίψουμε το «μπουμπουνητό της βλακείας» που μέσα του «βουβαίνεται η λογική», και στην κρίσιμη αυτή στιγμή να ακούσουμε «τη συμβουλή των σκεπτόμενων ανθρώπων κι όχι τη μπουρδολογία των δαιμονισμένων».

Αυτό το καθήκον δεν μπορούμε να το αφήσουμε στην «πολιτική», γιατί «η πολιτική, όλο και περισσότερο θεωρείται ως αναγκαίο (δυστυχώς) επάγγελμα που ασκείται από πρόσωπα που το μυαλό τους δεν επαρκεί για την επιστήμη... η εξουσία είναι δουλειά των ιδεολογικών μεγαφώνων και των ειδικών της τακτικής της κρυψίνοιας και της κολακείας». (E. Fischer) Πρέπει να το αναλάβουμε ως ενεργοί πολίτες και ως κοινωνία.

Το «Σχέδιο Νόμου για τα Ναρκωτικά» που ακολουθεί, αποτελεί μια πρόσκληση για προβληματισμό και δημόσια συζήτηση σ' αυτή ακριβώς την κατεύθυνση. Η δημοσιοποίηση του (σίγουρα ατελούς) «σχεδίου» που ακολουθεί, θα έχει εκπληρώσει το σκοπό της εάν πυροδοτήσει μια συζήτηση από την οποία δεν έχει να χάσει τίποτα η ελληνική κοινωνία...

3. Σχέδιο νόμου για τις ελεγχόμενες ουσίες:

Πρόταση για συζήτηση

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία στις 7/3/1990)

Άρθρο 1: Ορισμός των Εννοιών

1. Ψυχοτρόπες είναι οι κάθε είδους ουσίες που δρουν στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα και προκαλούν μεταβολές στον ψυχισμό και τη συμπεριφορά του λήπτη τους. Οι ψυχοτρόπες ουσίες διακρίνονται σε Εξαρτησιογόνες και Μη-εξαρτησιογόνες.

2. Εξαρτησιογόνες είναι οι ψυχοτρόπες ουσίες που, άλλοτε σε άλλο χρόνο, προκαλούν σωματική εξάρτηση του χρήστη απ' αυτές, με αποτέλεσμα κάθε διακοπή της λήψης τους να συνοδεύεται από την εμφάνιση συμπτωμάτων Στερητικού Συνδρόμου.

Τέτοιες ουσίες είναι το όπιο, τα οπιούχα, τα οπιοειδή, η κοκαΐνη και τα παράγωγά της, οι αμφεταμίνες, οι βενζοδιαζεπίνες, τα βαρβιτουρικά, κ.α., που περιλαμβάνονται στον πίνακα Α του παρόντος.

3. Μη-εξαρτησιογόνες είναι οι ψυχοτρόπες ουσίες που δεν προκαλούν σωματική εξάρτηση του χρήστη απ' αυτές, με αποτέλεσμα η διακοπή της λήψης τους να μη συνοδεύεται από την εμφάνιση συμπτωμάτων Στερητικού Συνδρόμου.

Τέτοιες ουσίες είναι η ινδική κάνναβη και τα παράγωγά της, τα διάφορα ψευδαισθησιογόνα του τύπου της διαιθυλαμίδης του λυσεργικού οξέος ή LSD, κ.α., που περιλαμβάνονται στον πίνακα Β` του παρόντος.

4. Οι προαναφερόμενοι πίνακες των εξαρτησιογόνων και των μη-εξαρτησιογόνων αλλά ελεγχόμενων ουσιών, μπορούν να συμπληρώνονται με την προσθήκη και άλλων ουσιών, με απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας & Κοιν. Ασφαλίσεων και Δικαιοσύνης, ύστερα από τεκμηριωμένη εισήγηση βουλευτών ή της Επιτροπής για τα Ναρκωτικά του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου ή ομάδας μελών των ιατρικών συλλόγων της χώρας.

5. Εξαρτημένος είναι ο χρήστης κάποιας εξαρτησιογόνας ουσίας που όταν διακόπτει τη λήψη της εκδηλώνει συμπτώματα Στερητικού Συνδρόμου.

Αρθρο 2: Προσδιορισμός της «μικρής ποσότητας»

1. Μικρή ποσότητα για όλες τις ελεγχόμενες ουσίες, θεωρείται η ιδιαίτερη ποσότητα κάθε ουσίας που καλύπτει τις άμεσες ανάγκες ενός μέσου χρήστη επί τρία 24ωρα.

2. Η μικρή ποσότητα για κάθε ουσία ορίζεται στον Πίνακα Γ’ του παρόντος, που μπορεί να συμπληρώνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, ύστερα από τεκμηριωμένη εισήγηση βουλευτών ή της Ειδικής Επιτροπής για τα Ναρκωτικά του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου ή ομάδας μελών των ιατρικών συλλόγων της χώρας.

3. Ως βάση για τον προσδιορισμό της μικρής ποσότητας, λαμβάνονται οι εξής ποσότητες:

α) Για τις εξαρτησιογόνες ουσίες:

Όπιο και Βάμματα του Οπίου (απλό βάμμα οπίου, Κροκούχο βάμμα οπίου ή λάβδανο, Βενζούχο βάμμα οπίου ή Εlixir Paregorique, Σκόνη του Dover): 20 γραμμάρια.

Ηρωίνη: 5 γραμμάρια.

Λοιπά Οπιούχα, Οπιοειδή και αλλες ελεγχόμενες φαρμακευτικές ουσίες που διατίθενται στο εμπόριο (αμφεταμίνες, βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες, κ.α.): Ποσότητα ίση με την συνήθως συνταγογραφούμενη που καλύπτει τις ανάγκες του εξαρτημένου για δύο εβδομάδες (σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής και την εκτίμηση του θεράποντος ιατρού).

β) Για τις μη-εξαρτησιογόνες ελεγχόμενες ουσίες:

Κάνναβη και τα παράγωγά της: 10 δενδρύλλια ή 100 γραμμάρια φούντας ή 10 γραμμάρια χασίς σε πλακίδια.

Διάφορα ψευδαισθησιογόνα (όπως το LSD, κ.α.): 100 χιλιοστά του γραμμαρίου.

Αρθρο 3: Μικρή ποσότητα για προσωπική χρήση

Δεν συνιστά αδίκημα η προμήθεια, κατοχή και προσωπική χρήση των ελεγχόμεων εξαρτηβσιογόνων ουσιών του πίνακα Α και η καλλιέργεια, προμήθεια, κατοχή για προσωπική χρήση των ελεγχόμενων μη-εξαρτησιογόνων ουσιών του Πίνακα Β του παρόντος, σε ποσότητες που δεν υπερβαίνουν την ορισμένη ως «μικρή ποσότητα» για κάθε μία απ' αυτές τις ουσίες, κατά την έννοια του άρθρου 2 του παρόντος.

Αρθρο 4: Απλοί χρήστες

1. Κάθε εξαρτημένος μπορεί να ζητήσει εγγράφως να ενταχθεί στα προγράμματα χορήγησης ή της ουσίας από την οποία είναι εξαρτημένος ή υποκατάστατων ουσιών ή ανταγωνιστικών ουσιών, τα οποία εφαρμόζονται από

(α) Δημόσια, δημοτικά και κοινοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα

(β) Κέντρα Συντήρησης ή Θεραπείας ή Κοινότητες Απεξάρτησης που δημιουργούνται είτε από την Πολιτεία ως νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε από ιδιώτες ως Εταιρείες μη-κερδοσκοπικού χαρακτήρα, κατά τα οριζόμενα με υπουργική απόφαση.

(γ) Ιδιώτες ιατρούς ή εξουσιοδοτημένες ιδιωτικές κλινικές.

2. Η ένταξη ενός ατόμου στα ανωτέρω προγράμματα προϋποθέτει τη γραπτή δήλωση της επιθυμίας του ενδιαφερόμενου και την αιτιολογημένη πιστοποίηση δύο γιατρών ότι πρόκειται περί εξαρτημένου.

Αρθρο 5: Εξαρτημένοι υπόλογοι για άλλα αδικήματα

1. Εξαρτημένος που κατηγορείται για άλλα αδικήματα εκτός αυτών που προβλέπει ο παρών νόμος, παραπέμπεται κανονικά στο ακροατήριο και σε περίπτωση καταδίκης του μπορεί να επιλέξει ή να εκτίσει την ποινή του σε σωφρονιστικό κατάστημα ή να ενταχθεί σε ένα από τα προγράμματα του άρθρου 4, παρ. α και β του παρόντος.

2. Ο χρόνος παραμονής του στο πρόγραμμα αφαιρείται από το χρόνο της ποινής του.

3. Μετά την αποθεραπεία του, το Συμβούλιο Εφετών μπορεί να διατάξει ή την μετατροπή της ποινής του σε παροχή «κοινωνικης υπηρεσίας» ή την απόλυσή του με αναστολή ή την απόλυσή του υπό όρους.

4. Το ίδιο ισχύει και για τον εξαρτημένο που έχει ήδη καταδικαστεί για άλλα αδικήματα.

Αρθρο 6: Εξαρτημένοι ψυχικά ασθενείς

1. Εξαρτημένος που υποφέρει από κάποια διαπιστώσιμη ψυχωσική διαταραχή εισάγεται σε ψυχιατρικό ίδρυμα για θεραπεία.

2. Kάθε μήνα συντάσσεται έκθεση για την εξέλιξη της κατάστασής του και για τον κατά προσέγγιση υπολογιζόμενο χρόνο που θα απαιτηθεί για την ολοκλήρωσή της θεραπευτικής διαδικασίας.

3. Η έκθεση υπογράφεται από δύο γιατρούς του ιδρύματος και ένα γιατρό που ορίζεται από τον ασθενή ή τον νόμιμο πληρεξούσιό του, και κατατίθεται στον αρμόδιο Εισαγγελέα της περιοχής που ανήκει το ψυχιατρικό νοσοκομείο.

4. Με βάση τα στοιχεία της έκθεσης αυτής, ο αρμόδιος Εισαγγελέας αποφασίζει ή την παράταση του χρόνου θεραπείας του νοσηλευόμενου ή την έξοδό του από το ψυχιατρικό νοσοκομείο. Ο νοσηλευόμενος έχει δικαίωμα εφέσεως στην απόφαση του Εισαγγελέα.

Αρθρο 7: Εμπορία εξαρτησιογόνων ουσιών από μη-εξαρτημένους

1. Μη-εξαρτημένος που εμπορεύεται, διακινεί ή κατέχει εξαρτησιογόνες ουσίες σε ποσότητα που υπερβαίνει την «μικρή ποσότητα» (όπως καθορίζεται στον πίνακα Γ’ του παρόντος), τιμωρείται ανάλογα με τη βαρύτητα του αδικήματος (η οποία εξαρτάται από το είδος και την ποσότητα της ουσίας ή των ουσιών που κατασχέθηκαν), με φυλάκιση δύο (2) έως δεκα (15) ετών, η οποία μπορεί να συνοδεύεται από:

α) Δήμευση της ατομικής του περιουσίας.

β) Χρηματική ποινή που καθορίζεται με βάση την οικονομική κατάστασή του.

γ) Στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων επί πέντε (5) έτη.

δ) Αφαίρεση της άδειας εξασκήσεως του επαγγέλματός του επί πέντε (5) έτη.

ε) Απαγόρευση διαμονής του σε ορισμένους τόπους επί ένα (1) έως τρία (3) έτη ή προκειμένου για αλλοδαπούς, ισόβια απέλαση από τη χώρα.

2. Κατά την έκτιση της ποινής του, ο καταδικασθείς εφόσον το επιθυμεί προσφέρει αμειβόμενη εργασία, και το ήμισυ της αμοιβής του διατίθεται σε ειδικό Ταμείο Αποκατάστασης Εξαρτημένων, το οποίο δημιουργείται και λειτουργεί με ευθύνη του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Υπηρεσιών.

Αρθρο 8: Εμπορία εξαρτησιογόνων ουσιών από Εξαρτημένους

1. Εξαρτημένος που εμπορεύεται, διακινεί ή κατέχει εξαρτησιογόνες ουσίες σε ποσότητα που υπερβαίνει την «μικρή ποσότητα» (όπως καθορίζεται στον πίνακα Γ του παρόντος), τιμωρείται ανάλογα με τη βαρύτητα του αδικήματος, η οποία εξαρτάται από το είδος και την ποσότητα της ουσίας ή των ουσιών που κατασχέθηκαν, με Φυλάκιση από τρεις (3) μήνες μέχρι τρία (3) έτη, η οποία μπορεί να συνοδεύεται από:

α) Χρηματική ποινή από χίλια έως δέκα χιλιάδες ευρώ.

β) Απαγόρευση διαμονής του σε ορισμένους τόπους από 3 μήνες έως 3 έτη ή προκειμένου για αλλοδαπούς, ισόβια απέλαση από τη χώρα, εκτός εάν συντρέχουν σοβαροί οικογενειακοί ή κοινωνικοί λόγοι.

2. Για την έκτιση της ποινής του, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του παρόντος.

3. Κατά την έκτιση της ποινής του, εφ' όσον το επιθυμεί ο καταδικασθείς προσφέρει αμειβόμενη εργασία, και το ήμισυ της αμοιβής του διατίθεται σε ειδικό Ταμείο Αποκατάστασης Εξαρτημένων, το οποίο δημιουργείται και λειτουργεί με ευθύνη του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Υπηρεσιών.

Αρθρο 9: Αστυνόμευση

1. Η αστυνόμευση για τη διαπίστωση των παραβάσεων που αφορούν τον παρόντα νόμο, ο σχετικός έλεγχος και η σύλληψη των παραβατών ανήκουν στην αρμοδιότητα της Ελληνικής Αστυνομίας, της Τελωνειακής Αρχής και του Λιμενικού Σώματος.

2. Ο τρόπος συνεργασίας μεταξύ τους ορίζεται με κοινή απόφαση των συναρμόδιων υπουργών Δημόσιας Τάξης, Εμπορικής Ναυτιλίας και Οικονομικών.

Αρθρο 10: Δίωξη

1. Η αρμόδια διωκτική αρχή προσάγει τον κατηγορούμενο στον εκπρόσωπο της Δικαστικής Αρχής, αμέσως μετά τη σύλληψή του.

2. Η προανάκριση διενεργείται από εκπρόσωπο της Δικαστικής Αρχής, που εξετάζει τους μάρτυρες και παίρνει την απολογία του κατηγορουμένου.

3. Ο εκπρόσωπος της Δικαστικής Αρχής διατάσσει την άμεση εξέταση του συλληφθέντος προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είναι εξαρτημένος ή όχι.

4. Εάν ο κατηγορούμενος κριθεί ως εξαρτημένος και δηλώσει ότι επιθυμεί να υποβληθεί σε απεξάρτηση, παραπέμπεται σε Τμήμα Απεξάρτησης του ψυχιατρικού νοσοκομείου μέχρι την περάτωση του προγράμματος απεξάρτησης που ακολουθεί.

5. Εάν ο κατηγορούμενος κριθεί ως μη-εξαρτημένος από την αρμόδια Επιτροπή Πραγματογνωμόνων, προφυλακίζεται σε σωφρονιστικό κατάστημα με εντολή της δικαστικής αρχής. Εν συνεχεία, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών υποβάλλει τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών ο οποίος (εφόσον κρίνει ότι δεν πρέπει να την επιστρέψει για να συμπληρωθεί) την εισάγει -με σύμφωνη γνώμη του προέδρου εφετών- στο ακροατήριο με απευθείας κλήση, εναντίον της οποίας δεν επιτρέπεται προσφυγή.

6. Στη διάρκεια της παραμονής του κατηγορούμενου στο Τμήμα Απεξάρτησης αναστέλλεται η διαδικασία της ποινικής διώξεώς του, η οποία επαναλαμβάνεται μετά το πέρας της θεραπείας του, με απόφαση του Συμβουλίου Εφετών.

7. Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την ολοκλήρωση του προγράμματος απεξάρτησης από τον κατηγορούμενο, ενώ ο χρόνος παραμονής του στο Τμήμα Απεξάρτησης αφαιρείται από την τελική ποινή που του επιβάλλει το δικαστήριο.

Αρθρο 11: Επιτροπή Πραγματογνωμόνων

1. Η Επιτροπή Πραγματογνωμόνων συγκροτείται με εντολή του υπουργού Υγείας από τους κατά τόπους Ιατρικούς Συλλόγους και εδρεύει στην έδρα κάθε νομού.

2. Η Επιτροπή Πραγματογνωμόνων αποτελείται από τρία (3) μέλη με θητεία έξι (6) μηνών. Τα δύο μέλη (2 ψυχίατροι ή 1 ψυχίατρος και 1 παθολόγος) ορίζονται κατ' αλφαβητική σειρά από τους καταλόγους των ψυχιάτρων και των παθολόγων του Ιατρικού Συλλόγου κάθε νομού, ενώ το τρίτο μέλος ορίζεται γιατρός που προτείνεται από τον κατηγορούμενο.

3. Τα μέλη της Επιτροπής παρακολουθούν τον κρατούμενο από κοινού ή το καθένα χωριστά, ενημερώνονται από τα στοιχεία του φακέλου στο Τμήμα Απεξάρτησης και αποφαίνονται από κοινού για την κατάστασή του.

4. Η Επιτροπή συνέρχεται δύο φορές την εβδομάδα, συντάσσει τις σχετικές αιτιολογημένες γνωμοδοτήσεις της, σύμφωνα και με τα κριτήρια «περί Εξάρτησης» που θεσπίζονται στις Οδηγίες της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας.

5. Το πόρισμα της Επιτροπής Πραγματογνωμόνων αποστέλλεται στην αρμόδια δικαστική αρχή εντός επτά (7) ημερών από την εισαγωγή του κατηγορούμενου στο Τμήμα Απεξάρτησης.

6. Στα μέλη της Επιτροπής, καταβάλλεται αποζημίωση ίση προς τη μηναία αμοιβής του Επιμελητή Α` δημοσίου νοσηλευτικού ιδρύματος.

Αρθρο 12: Τμήματα Απεξάρτησης Ψυχιατρικών Νοσοκομείων

1. Σε κάθε δημόσιο ψυχιατρικό νοσοκομείο μπορεί να ιδρύεται εντός ή εκτός του χώρου του ιδρύματος, Τμήμα Απεξάρτησης στο οποίο εισάγονται:

α) Οι κατηγορούμενοι για αδικήματα που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο και τελούν υπό παρακολούθηση για την έκδοση πραγματογνωμοσύνης και

β) Οι εξαρτημένοι που έχουν καταδικαστεί ή είναι υπόδικοι για άλλα αδικήματα, κατά τα οριζόμενα από το άρθρο 4 του παρόντος νόμου.

2. Τα Τμήματα Απεξάρτησης ιδρύονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εντάσσονται στον Οργανισμό του ψυχιατρικού νοσοκομείου στο οποίο ανήκουν και το οποίο έχει και την ευθύνη της επάνδρωσης και της γενικής εποπτείας της λειτουργίας τους.

3. Στα Τμήματα Απεξάρτησης εφαρμόζεται Πρόγραμμα Απεξάρτησης που αποφασίζεται από το ιατρικό τους προσωπικό και λειτουργεί υπό την εποπτεία της διεύθυνσης του ψυχιατρικού νοσοκομείου.

Αρθρο 13: Ειδικά Ιατρεία Γενικών Νοσοκομείων

1. Σε κάθε Γενικό Νοσοκομεί, μπορεί να δημιουργείται ένα Εξωτερικό Ιατρείο για Εξαρτημένους, που έχει την εποπτεία των εξαρτημένων της περιφέρειάς του και χορηγεί σ' αυτούς την ουσία από την οποία είναι εξαρτημένοι ή το κατάλληλο υποκατάστατο.

2. Τα Εξωτερικά Ιατρεία για Εξαρτημένους, δημιουργούνται και λειτουργούν με απόφαση του Υπουργού Υγείας.

Αρθρο 14: Προγράμματα Συντήρησης και θεραπείας

1. Επιτρέπεται η ίδρυση και η λειτουργία Κέντρων Συντήρησης ή Θεραπείας Εξαρτημένων στα οποία εφαρμόζονται προγράμματα χορήγησης ή των εξαρτησιογόνων ουσιών ή των υποκατάστατων τους ή των ανταγωνιστών τους, καθώς και η ίδρυση και η λειτουργία Κοινοτήτων Απεξάρτησης.

2. Τα ως άνω Κέντρα Συντήρησης ή Θεραπείας και οι Κοινότητες Απεξάρτησης:

α) Δημιουργούνται από κρατικούς, δημοτικούς και κοινοτικούς φορείς και από Εταιρείες μη-κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ύστερα από άδεία του Υπουργείου Υγείας ή των κατά τόπους Δημοτικών και Κοινοτικών Αρχών.

β) Λειτουργούν υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Υγείας ή των κατά τόπους Δημοτικών και Κοινοτικών Αρχών.

γ) Εφαρμόζουν το πρόγραμμα συντήρησης ή θεραπείας για το οποίο ζήτησαν και τους παρασχέθηκε η άδεια λειτουργίας και υποχρεούνται να υποβάλλουν κάθε χρόνο στην εποπτεύουσα αρχή αναφορά για τη λειτουργία και τα αποτελέσματά τους.

3. Η άδεια λειτουργίας Κέντρου ή Κοινότητας μπορεί να ανακληθεί από την εποπτεύουσα αρχή εάν αποδειχθεί ότι έχει εκφύγει του σκοπού για τον οποίο χορηγήθηκε.

Αρθρο 16: Διαχείριση των πληροφοριών

1. Ολοι οι εμπλεκόμενοι στα προαναφερόμενα προγράμματα, παρέχουν πληροφορίες, βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά για συγκεκριμένες νόμιμες χρήσεις μόνο στους ίδιους τους ενδιαφερόμενους που παρακολούθησαν ή παρακολουθούν το πρόγραμμά του.

2. Οι πληροφορίες για τους απεξαρτημένους που καταχωρούνται στα αρχεία των ως άνω προγραμμάτων, απαγορεύεται να παρασχεθούν σε οποιονδήποτε τρίτο, ιδιώτη ή αρχή, χωρίς την έγκριση του ίδιου του ενδιαφερόμενου ή την ύπαρξη εισαγγελικής εντολής.

Αρθρο 17: Δημόσιος έλεγχος

Οι εκπρόσωποι των κοινωνικών φορέων, των κοινωνικών οργανώσεων και των μέσων μαζικής ενημέρωσης έχουν ελεύθερη πρόσβαση στους χώρους εφαρμογής των ως άνω προγραμμάτων, ύστερα από συνενόηση με το προσωπικό και κατά τις ώρες των κανονικών επισκεπτηρίων, χωρίς οποιαδήποτε άλλη γραφειοκρατική διατύπωση ή άδεια.

Αρθρο 18: Θεραπευτική χρήση ελεγχόμενων ουσιών

1. Επιτρέπεται στους γιατρούς να χορηγούν εξαρτησιογόνες ή μη-εξαρτησιογόνες ελεγχόμενες ουσίες για θεραπευτικούς σκοπούς, όπως η αντιμετώπιση του Στερητικού Συνδρόμου, η εφαρμογή αγωγής απεξάρτησης, κ.α.

2. Η χορήγηση γίνεται με την ειδική συνταγή ελεγχόμενων φαρμακευτικών ουσιών στην οποία αναγράφονται τα στοιχεία του ασθενούς και η αιτιολογία. Η συνταγή διατηρείται από τον φαρμακοποιό που την εκτελεί, επί ένα έτος.

3. Κάθε παράβαση των διατάξεων αυτού του άρθρου από τους γιατρούς και τους φαρμακοποιούς, συνεπάγεται ποινικές κυρώσεις που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και πειθαρχικές κυρώσεις που προβλέπονται από τον Κώδικα Δεοντολογίας του Ιατρικού και Φαρμακευτικού Συλλόγου, αντιστοίχως.

Αρθρο 19: Ταμείο Αποκατάστασης Εξαρτημένων

Τα έσοδα από τις κατασχέσεις, τις χρηματικές ποινές και τις δημεύσεις ως και το ήμισυ της αμοιβής της υποχρεωτικής εργασίας των καταδικασθέντων για παραβάσεις του παρόντος νόμου, κατατίθενται στο Ταμείο Αποκατάστασης Εξαρτημένων που δημιουργείται και λειτουργεί με απόφαση του Υπουργού Υγείας, από το οποίο και χρηματοδοτούνται αναλογικά προς τη δυναμικότητά τους όλα τα Κέντρα Απεξάρτησης που λειτουργούν νομίμως ως Ν.Π.Δ.Δ, Ν.Π.Ι.Δ. ή ως Εταιρείες Μη-κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Αρθρο 20: Δαπάνες

1. Οι δαπάνες δημιουργίας, εξοπλισμού, επάνδρωσης και λειτουργίας των μονάδων που λειτουργούν ως Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου ή ιδιωτικού Δικαίου, καλύπτονται από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας.

2. Οι δαπάνες των Κέντρων Απεξάρτησης από Εταιρείες Μη-κερδοσκοπικού χαρακτήρα, καλύπτονται από τις πηγές που προβλέπει το καταστατικό τους και από το μέρος που τους αναλογεί στο Ταμείο Αποκατάστασης Εξαρτημένων .

Αρθρο 21: Κατάργηση διατάξεων

Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, καταργείται ο Ν. 1729/1987, άρθρα 1 έως 29 και 33, και κάθε άλλη διάταξη σχετική με θέματα που ρυθμίζονται από τον παρόντα νόμο.

Αρθρο 22

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.