Εγγραφή στο Newsletter - Μην εμπιστεύεστε τα Social Media!

ΓΡΙΒΑΣ (Κομμουνισμός) - 1990-03-09 - Ο Κομισάριος κι ο Γιόγκι (Ομιλία, ΕΕΛ, 9-3-1990)

Ομιλία στην «Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών» Θεσ/νίκης, 9 Μαρτίου 1990

O Κομισάριος κι ο Γιόγκι


Αισθάνεται κανείς αμήχανα να μιλάει σ' ένα χώρο που συγκεντρώνει τους τελευταίους Μοϊκανούς ενός άνισου αγώνα για υπεράσπιση της λέξης απέναντι στην κατακλυσμιαία εισβολή και την παντοκρατορία της εικόνας, που στα τελευταία 30 χρόνια τροποποιεί ραγδαία ένα κόσμο χιλιετηρίδων, με τρόπο ώστε να τον καθιστά όλο και πιο απρόσιτο και άγνωστο.

Ομως το θέμα της σημερινής συζήτησης (στην οποία ακόμη δε μπορώ να εξηγήσω πώς έχω εμπλακεί) δεν είναι οι Τελευταίοι Μοϊκανοί αλλά οι Κομισάριοι και οι Γιόγκι που ως όροι παραπέμπουν ευθέως στο πασίγνωστο βιβλίο του Αρθουρ Καίστλερ που αγαπήθηκε από εκατομμύρια ανθρώπους και μισήθηκε απ’ όλες σχεδόν τις εξουσίες του κόσμου, παρά το γεγονός ότι αντικείμενο της εξαιρετικά διεισδυτικής του κριτικής ήταν η Αριστερά και ο μπολσεβικικός ολοκληρωτισμός.

Ο Καίστλερ χρησιμοποιεί ένα συμβολισμό για να καταδείξει τις δυνάμεις δράσης και αδράνειας, αδιαφορίας και εφησυχασμού που, αλληλοσυνδυαζόμενες και αλληλοενισχυόμενες, καθιστούν ανέφικτη την ανάδειξη του «μέτρου» προς το οποίο τείνει κάθε ανεμπόδιστη εξελικτική διαδικασία, και ανατρέπουν τις φυσικές, βιολογικές και κοινωνικές ισορροπίες, εκμηδενίζοντας τις προϋπόθεσης επιβίωσης του ανθρώπινου είδους.

Ο Κομισάριος, πανανθρώπινο σύμβολο της δράσης που αποσκοπεί στην κατάκτηση, τη σταθεροποίηση, τη συντήρηση και τη διευρυμένη αναπαραγωγή της εξουσίας, και ο Γιόγκι, σύμβολο της αδράνειας που επενεργεί διαλυτικά σε ό,τι υπάρχει, ζει και εξελίσσεται. Ο Κομισάριος κι ο Γιόγκι αλληλοκαθορίζονται εξ’ αντιδιαστολής: Ο ένας είναι η αντεστραμμένη προβολή του άλλου, το ζωτικό του συμπλήρωμα και ο αναγκαίος όρος της ύπαρξής του.

Κομμισσαριοι στο βιομηχανικό πολιτισμό είναι οι φορείς της εξουσίας που κανοναρχούν την πορεία του, κανοναρχούμενοι οι ίδιοι από το αδιέξοδο ιδεολόγημα της διαρκούς ανάπτυξης (αγνοώντας ή προσποιούμενοι πως αγνοούν ότι η επιδίωξη της διαρκούς ανάπτυξης στα πλαίσια οποιουδήποτε κλειστού συστήματος είναι αδύνατη και αδιανόητη, γιατί αναγκαία οδηγεί στην έκρηξη και την καταστροφή του). Και Γιόγκι στον ίδιο πολιτισμό είναι τα υποκείμενα που υφίστανται αυτή την εξουσία και εσωτερικεύουν την υποταγή τους ως αναπόδραστη μοίρα τους, αυτοπαροπλιζόμενοι διαρκώς.

Κομισάριοι, τα διευθυντικά στελέχη και Γιόγκι, τα εκτελεστικά τους όργανα, στην πολιτική, την οικονομία, την επιστήμη, τα γράμματα και τις τέχνες. Αυτοί οι δύο, σε μια αρμονική συνεργασία, άνοιξαν από κοινού το Κουτί της Πανδώρας, εγκαινιάζοντας το τελικό στάδιο του δρόμου που οδηγεί στον οριστικό αφανισμό του είδους: Πυρηνική ενέργεια, γενετική μηχανική, τηλεοπτική επικοινωνία. Από δω και πέρα, ο άνθρωπος κι αν ακόμη καταφέρει να επιζήσει (πράγμα για το οποίο έχω σοβαρές αμφιβολίες), δεν Θα είναι πια ο ίδιος ή μάλλον δεν Θα είναι πια άνθρωπος.

Εναν αιώνα πριν ο Μαρξ υποστήριζε ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Αν ζούσε σήμερα, μάλλον θα διαπίστωνε ότι όπιο του λαού ήταν πάντοτε η εξουσία επενδεδυμένη κατά καιρούς το μανδύα της μαγείας, της θρησκείας, της τεχνικής και της επιστήμης.

Από την τρίτη μεταπολεμική δεκαετία, ολόκληρος ο κόσμος έχει μπει σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης που θίγει όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής.

Στο πεδίο της υλικής παραγωγής συνειδητοποιείται με όλο και πιο τραγικό τρόπο το γεγονός ότι ο βιομηχανικός πολιτισμός έφτασε στα φυσικά όρια της «ανάπτυξής» του εξαντλώντας με μη-αντιστρεπτό τρόπο τις υλικές προϋπόθεσης της επιβίωσης του ανθρώπινου είδους και καθιστώντας αμφίβολο το παρόν και ανύπαρκτο το μέλλον, ενώ στο πολιτιστικό πεδίο συντελείται μια χωρίς προηγούμενο διάλυση της «πολιτιστικής δημιουργίας της θεσμισμένης κοινωνίας» με τη συστηματική καταστροφή της κριτικής λειτουργίας και τη διαμόρφωση ενός «υπερεκπολιτισμένου και νεοαναλφάβητου κοινού»:

«Αυτό που ψυχορραγεί σήμερα (ή που τουλάχιστον αμφισβητείται βαθιά) είναι ο δυτικός πολιτισμός. Καπιταλιστικός πολιτισμός, πολιτισμός της καπιταλιστικής κοινωνίας, που ξεπερνά όμως κατά πολύ το κοινωνικο-ιστορικό αυτό καθεστώς, διότι περιλαμβάνει και ό,τι αυτό μπόρεσε και θέλησε να επαναπροσλάβει από τις προηγούμενες εποχές και ιδιαίτερα μέσα απ’ το ελληνο-δυτικό τμήμα της παγκόσμιας ιστορίας, το οποίο πεθαίνει σαν σύνολο από νόρμες και αξίες, σαν κοινωνικο-ιστορικός τύπος ατόμων, σαν σημασία σχέσης της συλλογικότητας με τον εαυτό της, με τις συνιστώσες της, με το χρόνο και με τα ίδια της τα έργα», γράφει ο Κ. Καστοριάδης.

Ολες οι προηγούμενες βεβαιότητες κι οι σταθεροποιητικές αξίες αποδεικνύονται ανενεργές και αμφισβητούνται ή ανατρέπονται. Προαιώνιοι κοινωνικοποιητικοί θεσμοί (όπως η οικογένεια) προβάλλουν απολύτως ανεπαρκείς να λειτουργήσουν αποτελεσματικά στις νέες δραστικά μεταλλαγμένες συνθήκες, ενώ άλλοι θεσμοί (δίκαιο, οικονομία, εκπαίδευση, επιστήμη) που για αιώνες συντελούσαν στη διατήρηση και την αναπαραγωγή της κοινωνικής συνοχής, μεταμορφώνονται «ανεξήγητα» σε παράγοντες της κοινωνικής αποσάθρωσης.

Η σχέση του ανθρώπου με το κοινωνικό του περιβάλλον υπονομευεται διαλυτικά, ενώ η σχέση του με το φυσικό του περιβάλλον καταστρέφεται ανεπανόρθωτα, εξαντλώντας τις αναγκαίες ψυχικές και υλικές προϋπόθεσης της επιβίωσης του ανθρώπινου είδους, εξαλείφοντας τη δυνατότητά του ανθρώπου να έχει μια σαφή εικόνα του εαυτού του σε σχέση με τον εαυτό του και τους άλλους, και εξαναγκάζοντάς τον να βιώνει την ύπαρξή του χωρίς προοπτικές σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

Η ανακάλυψη του «απόλυτου όπλου» στα μέσα της δεκαετίας του 1940 και η εξάπλωση της πυρηνικής τεχνολογίας (πολεμικής και «ειρηνικής») ανέτρεψε οριστικά μια επισφαλή ισορροπία η οποία επέτρεπε τη μερική αντιστάθμιση της υπαρξιακής αγωνίας που απορρέει απ’ τη βεβαιότητα του ατομικού θανάτου του ανθρώπου, με τη σιγουριά της συλλογικής αθανασίας του είδους. Ο σημερινός άνθρωπος στερημένος απ’ το ψυχολογικό αντιστήριγμα της αντιπαράθεσης μιας ελπιδογενούς θετικής προοπτικής απέναντι σε μια παρούσα αρνητική βεβαιότητα, κυριολεκτικά συνθλίβεται κάτω απ’ το αφανιστικό βάρος δύο αρνητικών παραγόντων (τη βεβαιότητα και του ατομικού και του συλλογικού του θανάτου), έχοντας επίγνωση ότι ζει με δανεικό χρόνο.

Ολόκληρο το ψυχοδιανοητικό, φαντασιακό και υλικό σύμπαν που καθόριζε τη διάπλαση και τη νοηματοδότηση της ανθρώπινης ύπαρξης, αποσυντίθεται ταχύτατα και καμιά προοπτική ή διεκδίκηση μιας άλλης, καινούργιας και ποιοτικά διαφορετικής, ανασυγκρότησής του δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Και σ’ αυτό ακριβώς έγκειται η ιστορικά μοναδική τραγωδία της εποχής μας.

Η εξουσία αδυνατώντας να αναγνωρίσει το αδιέξοδο που η ίδια διαμορφώνει αποτελώντας ταυτόχρονα μέρος του (γιατί κάθε τέτοια αναγνώριση μοιραία οδηγεί στην αυτοαναίρεσή της ), το επιτείνει ακόμα περισσότερο επιχειρώντας να το αντιμετωπίσει με τη διαρκή αυτοενίσχυσή της και τον αέναο πολλαπλασιασμό των κατασταλτικών παρεμβάσεών της, εκμεταλλευόμενη στο έπακρο τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς της αποδιοπόμπησης.

Και η κοινωνία, υποκείμενη σε μια χωρίς προηγούμενο ετερονόμηση, αδυνατεί να συλλάβει μια εικόνα του εαυτού της όπως είναι και να αρθρώσει ένα λόγο απ’ τον εαυτό της και για τον εαυτό της όπως θα ήθελε να είναι.

Ομως, η παραγωγή αποδιοπομπαίων τράγων που μπορεί ίσως να έχει μια αντισταθμιστική «αποτελεσματικότητα» σε περιόδους κατά τις οποίες η κοινωνία υφίσταται επιμέρους κρίσεις, αποδεικνύεται εξουσιαστικά αδιέξοδη και κοινωνικά διαλυτική όταν εφαρμόζεται υπό συνθήκες καθολικής κρίσης της κοινωνίας.

Κι αυτό γιατί αναγκαία συνθήκη για τη λειτουργία του μηχανισμού της αποδιοπόμπησης είναι η δυνατότητα της εξουσίας να προβάλει πάνω σε μια μειονεκτική (από αριθμητική, πολιτική, οικονομική ή ιδεολογική άποψη) κοινωνική ομάδα όλα τα αρνητικά στοιχεία που συγκαθορίζουν την -πραγματική ή κατασκευασμένη- απειλή κατά της κοινωνικής συνοχής.

Από κει και πέρα, είναι εύκολο για την εξουσία να μεθοδεύσει τη συσπείρωση της κοινωνικής πλειοψηφίας εναντίον αυτής της ομάδας, με τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η εκτόνωση της δυσαρέσκειας και της αγωνίας που απορρέει απ’ τη διάχυτη αίσθηση της κοινωνικής αποσάθρωσης, όχι θίγοντας αλλά αντίθετα ενδυναμώνοντας την κρατική εξουσία.

Οταν η αίσθηση της απειλής πηγάζει από μια βαθιά κρίση που αγγίζει όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής, η αντισταθμιστική «αποτελεσματικότητα» του μηχανισμού της αποδιοπόμπησης εκμηδενίζεται πλήρως, γιατί σε συνθήκες καθολικής κρίσης της κοινωνίας η αποδιοπόμπηση πρέπει να έχει καθολικό χαρακτήρα θίγοντας όλες τις υπό κρίση πλευρές του κοινωνικού δικτύου.

Κι όπως είναι ευνόητο, μια τέτοια αποδιοπόμπηση που προϋποθέτει την αναγωγή ολόκληρης της κοινωνίας σε «εξιλαστήριο θύμα», μπορεί ν' αποτελεί μια τερατώδη θεωρητική «δυνατότητα» της εξουσιαστικής λογικής, αλλά στην πράξη είναι και αδύνατη και αδιανόητη αφ’ εαυτής, δεδομένου ότι συνεπάγεται την ολοκληρωτική εξάλειψη της κοινωνίας.

Η καθολική κρίση της κοινωνίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την καθολική αποδιοπόμπηση, γιατί απλούστατα καθολική αποδιοπόμπηση δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει...

Η εξουσία αδυνατώντας να αναγνωρίσει την αποφασιστική συμβολή της στη διάλυση μίας άλλοτε σχετικά σταθερής «τάξης πραγμάτων» και στην αποσύνθεση μιας κοινωνικής πραγματικότητας που δεν έχει κανένα ουσιαστικό νόημα για την τεράστια πλειοψηφία των μελών της κοινωνίας τα οποία τη βιώνουν «απλά και ως έτυχε», προσπαθεί πάντοτε να αντιμετωπίσει το αδιέξοδο που η ίδια παράγει διαρκώς, με τη συνεχή επίταση της καταστολής η οποία (λόγω ακριβώς της μανιχαϊστικής δαιμονολογίας που εμπεριέχει) το καθιστά ακόμη πιο αδιέξοδο:

Μια ανεξέλεγκτη νομοθετική υπερπαραγωγή που έχει ως μοναδικό της αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση του ποινικού και του εν δυνάμει ποινικού πληθυσμού, χαρακτηρίζει με σχεδόν μοναδικό τρόπο μια ιστορικά πρωτόγνωρη κατάσταση καθολικής κρίσης, αφήνοντας ανέγγιχτα τα προβλήματα που τη συνθέτουν.

Σε περιόδους σχετικής ομαλότητας, η νομοθετική παραγωγή υπόκειται σε προσεκτικές επεξεργασίες και έχει περιορισμένη έκταση γιατί η σχετικά σταθερή και μη-αμφισβητούμενη εξουσία, ακριβώς επειδή ελέγχει την κατάσταση, έχει κάθε συμφέρον απ’ τη συρρίκνωση του ποινικού πληθυσμού. Και γι’ αυτό νομοθετεί έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι «κάθε φορά που θεσπίζει ένα νέο νόμο, δημιουργεί και μια καινούργια κατηγορία εγκληματιών».

Αντίθετα, σε περιόδους ριζικής αμφισβήτησης της νομιμότητας της κατεστημένης εξουσίας ή σε καταστάσεις έντονης αποσύνθεσης του κοινωνικού δικτύου, αυτή η επίγνωση εξαλείφεται. Και η εξουσία, προσπαθώντας να ελέγξει την κατάσταση, αποδύεται σε μια νομοθετική υπερπαραγωγή, δημιουργώντας έτσι όλο και περισσότερες κατηγορίες «εγκληματιών» και «εν δυνάμει εγκληματιών», πράγμα που συμβάλλει στην ενδυνάμωση της υφιστάμενης κοινωνικής κρίσης, απέναντι στην οποία η παραπέρα επίταση της καταστολής αποτελεί την αντανακλαστική απάντηση της εξουσίας.

Ετσι, διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος στα πλαίσια του οποίου ο εξουσιαστικός «ορθολογισμός» εξαντλεί τα όριά του και βαθμιαία αποκαλύπτεται ο μανιχαϊστικός παραλογισμός και η δαιμονολογία που συνθέτουν την πραγματική φύση της εξουσίας και καθορίζουν τις αντιδράσεις της απέναντι στις κρίσεις που η ίδια παράγει διαρκώς.

Σ' αυτό το σύμπαν του κατασταλτικού μονοθεϊσμού που χαρακτηρίζεται από μια παροξυντική υπερλειτουργία των μηχανισμών της αποδιοπόμπησης, δημιουργείται σκόπιμα και μεγαλοποιείται προγραμματισμένα κάθε υπαρκτό και μέχρι τότε ελεγχόμενο και κάθε ανύπαρκτο «πρόβλημα» προσφέρεται προς κατασκευή, εναντίον του οποίου η εξουσία προσπαθεί να συσπειρώσει διάφορα κοινωνικά στρώματα, εντάσσοντας αυτή την προσπάθεια σ’ ένα πλέγμα παρεμφερών μεθοδεύσεων που αποσκοπούν στην αποκατάσταση μιας πλασματικής κοινωνικής ενότητας, με παράλληλη ενίσχυση της θέσης της.

Απέναντι σ’ αυτό το, κατά κανόνα, κατασκευασμένο πρόβλημα, η κρατική εξουσία αντιπαραθέτει την καταστολή, θεσπίζοντας όλο και περισσότερους και αυστηρότερους νόμους, και ενεργοποιώντας στο έπακρο τους διωκτικούς μηχανισμούς της.

Και μ’ αυτό τον τρόπο, ανοίγεται και τροφοδοτείται διαρκώς ένας αφανιστικός φαύλος κύκλος στον οποίο η ενίσχυση της ποινικής καταστολής προκαλεί αυτομάτως την επιδείνωση του δήθεν προβλήματος, πράγμα που με τη σειρά του πυροδοτεί την παραπέρα ενίσχυση της εξουσίας, κ.ο.κ.

Ετσι, μέσα απ’ αυτή την αλληλοσυμπληρωματική σχέση της κρατικής εξουσίας και των αποδιοπομπαίων τράγων, των Κομισάριων και των Γιόγκι, διαμορφώνεται μια Πολιτική της Κυριαρχίας και της Υποταγής, που καθιστά δυνατή και «νόμιμη» η διαρκής αυτοενίσχυση και αυτονόμηση της εξουσίας και τη συνακόλουθη συνεχή αποσύνθεση και ετερονόμηση της κοινωνίας, στα πλαίσια ενός αφανιστικού «παιχνιδιού» που είναι κανονισμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να κερδίζει πάντοτε ο ίδιος «παίκτης», ο Κομισάριος. Ενα παιχνίδι, που όλα δείχνουν ότι σύντομα θα πάρει τέλος, παρασέρνοντας στο θάνατό του το ανθρώπινο είδος.

Αισιόδοξα απαισιόδοξος και απαισιόδοξα αισιόδοξος, διαπιστώνω πως μέσα σε δυο αιώνες, αλόγιστα θυσιάσαμε στο βωμό του καταστροφικού παιχνιδιού των Κομισάριων και των Γιόγκι, όλα όσα δημιούργησε η Φύση, από τύχη και ανάγκη, σε δυο δισεκατομμύρια χρόνια.

Η απάντηση στην επιτακτική ερώτηση ενός ομότεχνού σας, «Eξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου λέγε τι βλέπεις;» είναι, για πρώτη φορά στη γνωστή ιστορία του ανθρώπινου είδους: «Tίποτα».

Κλεάνθης Γρίβας
9/3/1990