Εγγραφή στο Newsletter - Μην εμπιστεύεστε τα Social Media!

Δημοσίευση: 27 Ιουνίου 1989

Το "Βρώμικο" 1989:

Το δίλημμα της κομμουνιστικής δεξιάς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗΣ Ή «ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑΣ»;

Κλεάνθης Γρίβας

Χάρη στον εκλογικό νόμο, η κομμουνιστική δεξιά μπήκε για πρώτη φορά στη μεταπολεμική της ιστορία στο κέντρο άσκησης της πολιτικής. Το ζητούμενο είναι αν θα αποδειχθεί ικανή για την ανάληψη αυτής της ευθύνης ή αν θα οδηγηθεί στην αυτοκαταστροφή, συμπαρασύροντας στην πτώση της και τις τελευταίες ελπίδες για μια ουσιαστική ανασύνταξη των κανόνων της δημόσιας ζωής.


Πολλαπλασιάζονται ανησυχητικά τα συμπτώματα της εξουσιοφρενικής ψύχωσης αυτών που αφενός επιμένουν να διαχειρίζονται αυθαίρετα τις τύχες μας και αφετέρου επιδιώκουν να ανανεώσουν με κάθε τρόπο το ραντεβού τους με την «Ιστορία» (όπως είθισται να ονομάζεται η εξουσία στην οργουελιανή νεογλώσσα του ΠΑΣΟΚ), στην προσπάθειά τους να αποφύγουν την οδυνηρή συνάντησή τους με την Εισαγγελία.


Σ' ολη την προεκλογική περίοδο έγιναν εμφανή τα παρανοϊκά στοιχεία της ψυχωτικής προσωπικότητας των διαχειριστών της εξουσίας:


Στην αρχή διαπιστώθηκε μια έκδηλη γοργή αποσύνδεσή τους από την περιρρέουσα πραγματικότητα. Στη συνέχεια, άρχισαν να εμφανίζονται διαταραχές στον ειρμό της σκέψης τους και να κυριαρχούν παραληρηματικές ιδέες μεγαλείου («θα εκτελέσουμε την αποστολή που μας ανέθεσε ο Λαός και η Ιστορία»), συνδυασμένες με έμμονες ιδέες καταδίωξης που εκφράζονταν με την καθ' εκάστη «ανακάλυψη» μιας συνομωσίας διαφόρων ασαφώς καθοριζόμενων δυνάμεων και για τις οποίες κατά την ψυχιατρική «οι ασθενείς δίδουν εξόχως παραλόγους και παραδόξους εξηγήσεις» («ξένα κέντρα μεθοδεύουν την ανατροπή μας», «η ντόπια αντίδραση οργανώνει συνωμοτεί εναντίον μας», «έτοιμη να εκδηλωθεί η νέα αποστασία», «η συνωμοσία της συμμορίας των 4»).


Αμέσως μετά την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων, ο εκπεσών "φαιοπράσινος" Αρθούρο Ούι και η Αυλή του (φορείς ενός αμφισβητούμενου 39% του εκλογικού σώματος), υπό την «ευεργετική» επίδραση του ηλεκτροσόκ των εκλογικών αποτελεσμάτων, ανακαλύπτουν τη νέα, ζοφερή γι’αυτούς, πραγματικότητα και προσπαθούν να την διαστρέψουν προβάλλοντας σαν ύστατο επιβιωτικό τους επιχείρημα το αφελές ιδεολόγημα ότι «ο λαός καταδίκασε τη συντήρηση και έδωσε την πλειοψηφία στις προοδευτικές δημοκρατικές δυνάμεις για να κυβερνήσουν τον τόπο». Πλήρης αυτοαναίρεση του προεκλογικού τους εαυτού σε μια κατάσταση τρικυμίας εν κρανίω, που δυστυχώς δεν αντιμετωπίζεται με νευροληπτικά.


Στο πλαίσιο αυτής της νέας εκστρατείας εξαπάτησης της κοινής γνώμης γίνονται όλο και πιο φανερά τα συμπτώματα της βαριάς γεροντικής άνοιας παρανοειδούς τύπου που διακατείχε και διακατέχει το σύνολο ενός αυταρχικού μορφώματος που εισέβαλε στην πολιτική ζωή της χώρας μεταμφιεσμένη σε πολιτικό κόμμα.


Απ’ αυτή την άποψη, δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς με την «πολιτική» συμπεριφoρά των εκφραστών του τέως κυβερνώντος κόμματος του "φαιοπράσινου αυταρχισμού", γιατί η ερμηνεία της είναι πια υπόθεση των δικαστικών αρχών και των ψυχιάτρων.


Είναι όμως ανάγκη να σταθεί κανείς στην παραπαίουσα, άτολμη και αδιαφανή συμπεριφορά της κομμουνιστικής ομάδας που καθοδηγεί το «Συνασπισμό», ακριβώς λόγω του συγκυριακά βαρύνοντος ρόλου που κλήθηκε να διαδραματίσει στην πολιτική ζωή της χώρας, κυρίως χάρη στο εκλογικό σύστημα.


Ετσι, αν αποφευχθούν οι παγίδες των ιδεοληπτικών αποτιμήσεων του 13%, είναι προφανή δύο τουλάχιστον πολιτικά συμπεράσματα από τον έντονα αμφιθυμικό χαρακτήρα των πρόσφατων σπασμωδικών πολιτικών χειρισμών της υπό κομμουνιστικής δεξιάς:


Πρώτο, ότι η κομμουνιστική δεξιά με την εμμονή της στον ανιστόρητο και ανεδαφικό «συμψηφισμό» της ολιγαρχικής ΝΔ με το αυταρχικό ΠΑΣΟΚ (πράγμα που υποδηλώνει την πλήρη αδυναμία της να καταλάβει τις ποιοτικές διαφορές μεταξύ ενός αστικοδημοκρατικού κόμματος και ενός μορφώματος με έντονα φασιστικά στοιχεία), έχασε ήδη την πρώτη ευκαιρία της να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην πλήρη ανανέωση και τον αναπροσανατολισμό της δημόσιας ζωής σε μια ευρωπαϊκή κατεύθυνση. (Και μόνο ο έλεγχος των δύο βασικών υπουργείων που εγγυώνται την κάθαρση, και κυρίως η θεσμοθέτηση κοινοβουλευτικών διακομματικών επιτροπών για όλες τις κρατικές προμήθειες, αποτελούσαν ικανή εγγύηση για την τιμωρία των ενόχων των σκανδάλων και την ελαχιστοποίηση των πιθανοτήτων επανάληψής τους).


Η αδυναμία της κομμουνιστικής ηγεσίας να απεμπλακεί από τις ολέθριες απλοποιητικές αγκυλώσεις της και η ανικανότητά της να κάνει διάκριση μεταξύ κοινοβουλευτικών και αντικοινοβουλευτικών στοιχείων (μεταξύ της ηγεσίας της ΝΔ και της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ, εν προκειμένω), την οδήγησαν στη συνειδητή απόρριψη της πρώτης σημαντικής ευκαιρίας που της δόθηκε στα μεταπολιτευτικά χρόνια για ένα ουσιώδη ρόλο στην πολιτική ζωή, χωρίς να έχει ουσιαστικά εξασφαλίσει μια δεύτερη ευκαιρία, αντίστοιχης ποιότητας και ιστορικο-πολιτικής εμβέλειας.


Δεύτερο, ότι το γεγονός πως οι εκπεσώντες και υπό εκδίωξη διαχειριστές της εξουσίας εξακολουθούν να κατέχουν ακόμα τις θέσεις τους και να απεργάζονται τη φαιοπράσινη στρατηγικής της έντασης, οφείλεται στα «αντιδεξιά σύνδρομα» των κομμουνιστών και τα άλυτα «οιδιπόδεια συμπλέγματα» των περιστασιακών συνοδοιπόρων τους, πάνω στα οποία εποικοδομείται η καθολική πολιτική τους νεύρωση:


Οι «άρρωστοι» υποφέρουν από θυμικές διαταραχές και ατολμία που τους καθιστά ανίκανους να αντιμετωπίσουν τα μείζονα πολιτικά προβλήματα της χώρας με πολιτικούς όρους και τους αναγκάζει να αυτοπεριορίζονται σε επιλογές σύμφωνες με ορισμένα μικροκομματικά κριτήρια (που λόγω ακριβώς της περιορισμένης εμβέλειάς τους, τους επιτρέπουν να αισθάνονται αρκούντως «ασφαλείς»).


Και σε ό,τι αφορά τους ευκαιριακούς συνοδοιπόρους, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα: Κατέχοντας ένα δευτερέυοντα διακοσμητικό ρόλο και στερούμενοι οποιουδήποτε ουσιαστικού λόγου στο πεδίο της διαμόρωσης των αποφάσεων, μπορούν μόνο να είναι χειραγώγιμοι και αντικαταστάσιμοι.


Γιατί κι αν ακόμα παραβλέψει κανείς το κεφαλαιώδες γεγονός ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι τυπικά συμβιωτικά προϊόντα του Παπανδρεϊκού βούρκου («συμβιωτικά» με το βιολογικό περιεχόμενο του όρου που υποδηλώνει ένα «φυσιολογικό συνεταιρισμό δύο ή περισσοτέρων ειδών, ο οποίος εκδηλώνεται δια της αμοιβαίας προσαρμογής των συνεταίρων, έκαστος των οποίων ωφελείται εκ της σχέσεως αυτής»), είναι αδύνατο να παραγνωρίσει το επίσης κεφαλαιώδες γεγονός ότι η έλλειψη αυτοδύναμης πολιτικής ύπαρξης, τους καθιστά αυτονόητα απλή «τσόντα» στο «μεγάλο συνασπισμό της αριστεράς και της προόδου» (όπου η ετικέτα της «αριστεράς» και της «προόδου» καλύπτουν απλώς την ενδιάθετη σε κάθε κομμουνιστικό κόμμα επιδίωξη της μονοκομματικής άσκησης της εξουσίας και της μετατροπής ολόκληρης της κοινωνίας σε ένα απέραντο στρατόπεδο συγκέντρωσης).


Ομως, η ερμηνεία της αδυναμίας των κομμουνιστών (που αποτελούν το νευρικό σύστημα και το σώμα του «Συνασπισμού») να λειτουργούν πολιτικά στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας, θα πρέπει να αναζητηθεί στα ιδιαίτερα οργανικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη «συλλογική» ψυχοδομή του ολοκληρωτικού Μηχανισμού και την απ’αυτή απορρέουσα σχιζοειδική «ατομική» χαρακτηριοδομή των εκφραστών του.


Πρόκειται για μια αλληλεπίδραση που εγκλωβίζει την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους «κομματικού» γύρω από έναν αμυντικό μηχανισμό, ο οποίος του επιτρέπει να βιώνει την ύπαρξή του σε ένα ψυχοδιανοητικό σύμπαν όπου όλες οι κραυγαλέες αντιφάσεις μεταξύ της περιρρέουσας πραγματικότητας και των διαστροφικών εξιδανικεύσεών (ιδεολογικοποιήσεών) της μπορούν να καλύπτονται πλασματικά στη συνείδηση του αποδέκτη τους.


Η ψυχοδιανοητική διεργασία μέσω της οποίας καθίσταται δυνατή αυτή η διαστροφική (αλλά ανακουφιστική και αναγκαία σε κάθε ολοκληρωτικό) υποκατάσταση της πραγματικότητας από τις ιδεολογικοποιήσεις της, είναι απλή και στηρίζεται στη συνειδητή ή ασυνείδητη αποδοχή και εσωτερίκευση ενός μηχανισμού που επιτρέπει στους θιασώτες μιας ολοκληρωτικής ιδεολογίας αφενός να αποδίδουν όλα τα θετικά στοιχεία της πραγματικότητας στην «ορθή» εφαρμογή της, και αφετέρου να ερμηνεύουν όλα τα αρνητικά γνωρίσματα αυτής της πραγματικότητας σαν αποτέλεσμα των «λανθασμένων» εφαρμογών της ή σαν επιδράσεις ή σαν κατάλοιπα του καπιταλισμού, και άλλα τινά.


Ετσι, μέσα σ αυτό το αδιέξοδο και διαρκώς ανακυκλούμενο σχιζοφρενικό σύμπαν, τα σκάνδαλα τύπου Παπανδρέου-Κοσκωτά είναι «σύμφυτα με την καπιταλιστική κοινωνία», ενώ τα σκάνδαλα των κομματικών δουλοκτητών τύπου Μπρέζνιεφ δεν είναι παρά απλές «παραβιάσεις της σοσιαλιστικής νομιμότητας».


Και οι μαζικές δολοφονίες στη Χιλή είναι εκδηλώσεις της ναζιστικής θηριωδίας του δικτατορικού καθεστώτος, ενώ οι μαζικές δολοφονίες στην Κίνα δεν είναι η πεμπτουσία ενός ανενδοίαστου ολοκληρωτισμού που πραγματοποιεί τα πιο «τολμηρά» όνειρα των μακελάρηδων του ναζισμού, αλλά «τραγικά γεγονότα» (σύμφωνα με το κατά ΚΚΕ ευαγγέλιο) που «οφείλονται» στον «χουλιγκανισμό» (κατά τον «ανανεωτή» Μιχαήλ Γκορμπατσόφ) των καθολικά εξεγερμένων κινέζων πολιτών.


Αν σ‘ αυτό το ψυχοδιανοητικό υπόβαθρο των φορέων του ολοκληρωτισμού προσθέσει κανείς και τις δεδομένες εξαρτήσεις των καθ’ ημάς εκφραστών του από την ιδεολογική τους Μέκκα, κατανοεί πλήρως την εξοντωτική αντίφαση που ταλανίζει στις μέρες μας την ηγετική ομάδα του ΚΚΕ, εξαναγκάζοντάς την να εξαντλείται σε μια αφόρητη αοριστολογία που της επιτρέπει να κανονίζει τη στάση της σύμφωνα με την αρχή του «βλέποντας και κάνοντας» (αρχή που μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά στη διευθέτηση των εσωκομματικών αντιπαραθέσεων, αλλά έχει ολέθρια αποτελέσματα όταν εφαρμόζεται στο επίπεδο της γενικής πολιτικής).


Γιατί είναι ηλίου φαεινότερο ότι μετά τα αποτελέσματα των εκλογών της 18ης Ιουνίου 1989, η κομμουνιστική καθοδήγηση του Συνασπισμού είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει έμπρακτα την αντίθεση ανάμεσα στις προεκλογικές εξαγγελίες της για κάθαρση (οι οποίες την οδηγούν αναπότρεπτα σε κάποιο είδος συνεργασίας με τη ΝΔ που συνεπάγεται ακύρωση κάθε προσπάθειας «κάθαρσης») και στο πλέγμα των «αντιδεξιών συνδρόμων» της πίσω από τα οποία καλύπτονται οι δεδομένες δεσμεύσεις της από την εξωτερική πολιτική της Μόσχας (τα οποία την οδηγούν σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή μ’ ένα αυταρχικό μόρφωμα το οποίο είναι ένα, μοναδικό, πλήρως και ενιαία υπεύθυνο για το βούρκο στον οποίο κυλίστηκε η δημόσια ζωή).

Απέναντι σ ένα τέτοιο αδιέξοδο, η αυτοδυναμία της ΝΔ ήταν μια κάποια λύση για την κομμουνιστική δεξιά. Ομως οι κάλπες κατέστησαν αυτή τη λύση ανέφικτη και μετατόπισαν τα διλήμματα από τις πλάτες της ολιγαρχικής ΝΔ και του αυταρχικού ΠΑΣΟΚ στους ώμους του ΚΚΕ.


Μ’ άλλα λόγια, ο πολιτικός χώρος που κυρίως δοκιμάζεται αυτή τη στιγμή, δεν είναι η ολιγαρχική και συντηρητική ή η «σοσιαλίζουσα» και αυταρχική δεξιά αλλά η κομμουνιστική δεξιά, η οποία πρέπει πια να αποδείξει εμπράκτως ότι δεν είναι ικανή μόνο για κάλπικες λύσεις.


Σ’ αυτές τις συνθήκες, η επίκληση των πονηρών «διαλεκτικών» σκαριφημάτων της ιστορίας και η εφαρμογή των τραγικών «διαλεκτικών» της εξουσίας, με κανένα τρόπο δεν αίρει το δίλημμά της.


Χρειάζεται η επίκληση της πολιτικής ευθύνης και κυρίως η εφαρμογή της λογικής. Οχι όμως της «διαλεκτικής» αλλά της τυπικής λογικής. Και σ’ αυτό ακριβώς βρίσκεται η σχεδόν αξεπέραστη αδυναμία της κομμουνιστικής δεξιάς που, με όρους τυπικής λογικής, είναι αδύνατο να αυτοπροβάλλεται και να αυτοεπιβάλλεται ως αριστερά.


Κλεάνθης Γρίβας

27/6/1989